Αφού είδαμε και θαυμάσαμε τούς χορούς και τα τραγούδια τους - το κύριο και το
πιο εντυπωσιακό τραγούδι τους αναφερότανε στον Διγενή και την πάλη του με τον
Χάρο, με ένα μοιρολόγι πού παιζότανε από το κλαρίνο όλη την διάρκεια της πάλης.
Τη φορά όμως αυτή πού ήρθανε περισσότεροι Θρακιώτες, στις παραστάσεις τις
καλοκαιρινές τού θεάτρου μας, άρχισα να βλέπω πράγματα να ξεχωρίζουν μέσα από
τούς χορούς τους και μέσα απ' τις φορεσιές τους, πού δεν είχα παρατηρήσει πριν.
1. Τούς ρώτησα μιά μέρα: «στο χορό πού χορέψατε σήμερα και κάνατε ‘'κουλούρα" -
απέφυγα να πω "λαβύρινθο" - γιατί δεν κάνατε τα ίδια και πέρυσι». Η απάντηση
φάνηκε αυθόρμητη και αληθοφανής - αν με κορόϊδεψαν μπράβο τους, το έκαναν με
τέχνη!: «Πέρυσι είμαστε λίγα ζευγάρια και δεν μπορούσαμε να το ‘'γυρίσουμε''
όπως τώρα πού είμαστε οι διπλοί σε αριθμό». Η απάντηση βέβαια ήταν σωστή
απόλυτα. Δεν είπα τίποτα και άφησα τον χορό να προχωρεί. Όλο το καλοκαίρι όσες
φορές χορεύανε αυτό το χορό τον χορεύανε το ίδιο χωρίς καμιά παραλλαγή ή
αλλοίωση. Άλλωστε έχουμε βρει και σε άλλα μέρη της Θράκης χορούς στο ίδιο σχήμα
Λαβύρινθου, χωρίς όμως την ιδιορρυθμία τού πήδου με το κτύπημα τού ποδιού. Αλλά
το σχήμα τού λαβύρινθου της Καρωτής έχει και ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο: «στο
κουλούριασμα» αυτό, σε ορισμένη στιγμή, ό χορευτής, την ώρα πού έχει
«κουλουριάσει» εντελώς ό χορός, σηκώνει το χέρι του κατά τέτοιο τρόπο - και το
κρατάει έτσι ως το τέλος - ώστε δίνει την εντύπωση ότι είναι το κεφάλι ενός
φιδιού πού με μιάς ξεπροβάλλει να δει γύρω του τι συμβαίνει! Μοιάζει αυτή ή
εικόνα πάρα πολύ με τη φωτογραφία τού φιδιού από τα Μυκηναϊκά ευρήματα τού
Ακαδημαϊκού-Καθηγητού κ. Γεωργίου Μυλωνά και τού Λόρδου Τάιλορ.
2, Το δεύτερο θέμα πού με εντυπωσίασε ήταν το γυναικείο φόρεμα πού είχε
θηλάστρες! Ρώτησα γι' αυτό τις γυναίκες, πού με κατάπληξη για την άγνοιά μου μού
απάντησαν: «Μα εκεί πάνω κάνει πολύ κρύο, γι' αυτό έχουμε τις θηλάστρες στα
φορέματά μας ώστε να μη χρειάζεται να γδυνόμαστε με τα κρύα για να θηλάζουμε τα
μωρά μας».
3. Το τρίτο ήταν και το πιο εντυπωσιακό αλλά και το πιο απρόοπτο όταν τελικά το
βρήκα: Στη μέση τού χορού, μάλλον των χορών, σταματούσαν οι χορευτές, και άρχιζε
το κλαρίνο να παίζει ένα βαρύ, μελαγχολικό σαν κλάμα, μοιρολόι. Τότε βγαίνανε
στη γραμμή δυό χορευτές πού άρχιζαν πρώτα απ' όλα να παίρνουν θέση ό ένας
απέναντι τού άλλου σε απόσταση. Έμοιαζε δε σαν να παίρνανε χώμα από τη γη και το
ρίχνανε απάνω τους. Μπορεί όμως να ήταν σαν να πασαλειβόντουσαν με λάδι, δεν
αποκλείεται. Πάντως εξήγηση γι' αυτή τη κίνηση δεν δίνανε άλλη από το χώμα - για
να μη γλυστρούν τα χέρια τους. - Κατόπιν ξεκινούσαν ό ένας προς τον άλλον και
προσπαθούσαν - με πολλή όρεξη για πάλη - πώς να πιάσει ό ένας τον άλλον για να
τον νικήσει. Όποιος τελικά σήκωνε τον άλλο ψηλά, πάνω από το κεφάλι του,
νικούσε. Τέλειωναν δε με μιά χειραψία. - Μετά φυσικά ξαναπιάναν το χορό.
Το πρώτο και το
δεύτερο είχαν μιά εξήγηση λογική:
1. Ο χορός σε σχήμα Λαβύρινθου, έχει το σχήμα τού φιδιού - όπως και διάφορα άλλα
παρεμφερή σχήματα πού βρίσκονται στους χορούς μας - πού για πολλούς
αντιπροσωπεύει τη θεότητα προστάτη τού σπιτιού. Το σχήμα αυτό τού φιδιού το
βλέπουμε σε πολλές θεότητες, σ' όλους τούς αιώνες, σε γλυπτά ή σε αρχαία αγγεία.
2. Το δεύτερο βρέθηκε θεόπεμπτα πάνω σε ένα αγαλματίδιο Μυκηναϊκής προελεύσεως
τού 13ου ή 14ου αι π. Χ., όπου μιά μεγάλη Κυρία ή Θεά, με μιά αριστοκρατική
αισθήτα μακριά ως τα νύχια, επιδεικνύει τις θηλάστρες τού κομψού φορέματός της.
Και βλέπομε ότι οι ίδιες ανάγκες προκαλούν τις ίδιες λύσεις σ' όλους τούς
αιώνες!
3, Για την πάλη όμως - το τρίτο θέμα και το πιο μπερδεμένο - ήταν αδύνατο να μού
εξηγήσουν γιατί ό νικητής σήκωνε το νικημένο στα χέρια του όσο πιο ψηλά μπορούσε
και γιατί αφού τελείωνε ή πάλη έδιναν τα χέρια, ας πούμε, φιλικά, και γιατί
πασαλειβόντουσαν με κάτι, «λάδι» λέγανε - αλλά αυτό το κάτι το μάζευαν από το
χώμα - δηλαδή σαν να παίρνανε χώμα από τη γη και πασαλειβόντουσαν. Τι νόημα
μπορούσαν να δώσουν σε όλες τις τυπικές αυτές κινήσεις, πού κάνανε, σαν να
έπρεπε να ξέρουν γιατί τις κάνουν. Δεν υπήρξε ποτέ απάντηση άλλη, από τούς
χορευτές, παρά το «έτσι το συνηθίζουμε», «αλλά βέβαια σε κάθε πανηγύρι πού
γίνεται πάντα στο αλώνι τού χωριού παλεύουν στ' αλήθεια οι παλαιστές και μετά
πιάνουν το χορό και το γλεντάνε». - Ναι. Αλλά γιατί εκείνος πού κερδίζει την
πάλη αντί να ρίξει τον νικημένο με την πλάτη στη γη, στο χώμα, όπως κάνουν πάντα
όλοι οι παλαιστές, τον σηκώνει απάνω και τον κρατά ψηλά. Αδύνατο να απαντήσει
κανείς σ' αυτά τα ερωτήματά μου, - Ώσπου μιά μέρα, εντελώς τυχαία διαβάζοντας
τούς μύθους τού Robert Graves και, συμπωματικά, συνάμα δημοτικά τραγούδια, βρήκα
μιά κάποια εξήγηση γι' αυτή την πάλη:
Υπάρχουν σαν θέματα:
α) Η πάλη τού Διγενή με τον Χάρο στο αλώνι.
β) 1 )Η πάλη τού Ηρακλή με τον Ανταίο και 2) Η πάλη τού Ηρακλή με τον Απόλλωνα.
Η πάλη είναι παλιό έθιμο των Θρακιωτών, καθώς μού είπαν οι ίδιοι, πού
επιδεικνύεται κυρίως στα διάφορα πανηγύρια των χωριών. Όπως όμως παρουσιάζεται,
συμβολίζει κατά κάποιον τρόπο την πάλη τού Διγενή Ακρίτα με τον Χάροντα στο
«μαρμαρένιο αλώνι» και λέει ό Διγενής» όποιος νικήσει από τούς δυό να πάρει την
ψυχή μου» ό Ν. Γ. Πολίτης γράφει γι' αυτό:
Από των εσχατιών τις Καππαδοκίας μέχρι των Ιονίων Νήσων, και από της Μακεδονίας
και των χωρών των Δυτικών Ακτών τού Εύξεινου μέχρι της Κρήτης και της Κύπρου,
άδονται μέχρι τού νυν άσματα, αφηγούμενα τους άθλους και τας περιπετείας τού
Διγενή και τούς αγώνας αυτού προς τούς Απελάτας και τούς Σαρακηνούς, και
φέρονται διά στόματος παραδόσεις, αναφερόμεναι εις τόπους και αντικείμενα, μεθ'
ών συνδέεται το όνομα αυτού. Εις τούτα ή φαντασία τού λαού εγκατέπλεξε μύθους,
ών τούς πλείστους παρέλαβεν ανακαινίσασα εκ της πλουσίας μυθικής κληρονομίας τής
αρχαιότητος, και απήρτισε τον ιδεώδη τύπον ήρωος νεαρού ως ό Αχιλλεύς, κραταιού
ως ό Ηρακλής και ενδόξου ως ό Αλέξανδρος. Εν κεφαλαίω δ' ειπείν εις τον Διγενή
Ακρίταν αποκορυφούνται οι πόθοι και το ιδεώδη τού Ελληνικού Έθνους, διότι εν
αυτώ συμβολίζεται ή μακραίων και άληκτος πάλη τού Ελληνικού προς τον
Μουσουλμανικόν κόσμον.
Επίσης ένα μέρος από το «Τού Λεβέντη και τού Χάρου» (Μοιρολόγια τού Κάτω Κόσμου
και τού Χάρου σελ. 221 -222) τού Ν. Γ. Πολίτη, ό.π. θυμίζει ένα τετράστιχο από
την Ιλιάδα τού Ομήρου με την διαφορά ότι στο μοιρολόγι τού Διγενή τα λέει ό
ίδιος, ενώ στην Ιλιάδα τα λέει ή Ανδρομάχη: σελ. 222, παράγ. 19-22.
Άσε με, Χάρε μου, άσε με παρακαλώ να ζήσω,
τι έχω τα πρόβατα άκουρα και το τυρί στο ζύγι,
τι έχω γυναίκα παρανιά και χήρα δεν τής πρέπει,
τι έχω παιδί κι είναι μικρό κι' ορφάνια δεν τού μοιάζει*.
*Ιλιάδα
Χ σελ. 353 αριθ. 482-485 (μετάφρ. Ν. Καζαντζάκη - Ι. Θ. Κακριδή)
..................................................................................................
Και τώρα εσύ στης γης τα τρίσβαθα κινάς, στον Άδη
κάτω,
και μένα χήρα μες στο σπίτι μας με τον πικρό καημό σου
να ζω με αφήνεις κι' είναι ανήλικο, μικρό παιδάκι ό γυιός μας
πού οι δόλιοι, εσύ κι' εγώ, εγεννήσαμε...
Ο
Ν. Γ. Πολίτης σημειώνει τα εξής για το Μοιρολόγι (τού Λεβέντη και τού Χάρου).
«Την επιθανάτιον αγωνίαν φαντάζεται o Ελληνικός λαός ως πάλην τού θνήσκοντος
προς τον Χάρον εξ ου και αι φράσεις: παλεύει με τον χάρον, χαροπαλεύει: είναι
στο χαροπάλεμα επί τού ψυχοραγούντος. Παραπλήσιαι φράσεις φέρονται και εις άλλας
Ευρωπαϊκάς γλώσσας, αλλ' ενώ εν τούτοις έχουν απλώς τροπικήν σημασίαν, εν τη
ελληνική διατηρείται οπωσδήποτε και ή μυθολογική παράστασις, συνυπονοουμένης
αληθούς πάλης. Η έκβασις τού τοιούτου αγώνος δεν είναι αμφίβολος. Εν τη πάλη
προς τον δαίμονα τού θανάτου υποκύπτει μοιραίως και ό ανδρειότατος των θνητών.
Ούτω καταπαλαισθείς υπό τού Χάρου απέθανε και ό Διγενής το δε περί τούτου άσμα
είναι το πρότυπον προς το οποίον προσηρμόσθησαν τα λοιπά περί τής πάλης άλλων
ανθρώπων προς τον Χάρον».
Στον μύθο τού Ηρακλή με τον Ανταίο έχουμε μιά σαφή ένδειξη της ομοιότητας τού
μύθου με το θέμα αυτό. Στην προετοιμασία τους για την πάλη, και οι δυό αντίπαλοι
πετούνε τα δέρματα λιονταριού πού φορούνε πάνω τους. Όμως ό Ηρακλής αλείφεται με
λάδι, όπως συνηθίζεται στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ο Ανταίος ρίχνει καυτή άμμο σε
όλα τα μέλη του από τον φόβο μήπως ή επαφή των ποδιών του με την γη δεν είναι
αρκετή για να τον προστατέψει. Ο Ηρακλής, σχεδίαζε να συγκρατήσει την δύναμή του
έως ότου εξαντλήσει τον Ανταίο. Αλλά αφού κατάφερε να τον ρίξει κάτω στη γη
τελείως ανάσκελα, με κατάπληξη είδε να ξαναδυναμώνουν οι μυς του γίγαντα.
Ξαναζωντάνευαν μόλις ακουμπούσαν στη Μητέρα Γη. Βλέποντας ό Ηρακλής ότι ό
Ανταίος έπεσε από μόνος του και πάλι με την πλάτη στη γη, χωρίς να περιμένει να
τον ρίξει ό Ηρακλής, κατάλαβε το παιγνίδι τού Ανταίου και πιάνοντάς τον πάλι,
τον κράτησε ψηλά στον αέρα, και τού έσπασε τα πλευρά ώσπου να πεθάνει παρόλα τα
μουγκρίσματα της Μητέρας Γης».