ΔΗΜΟΤΙΚΑ
ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΗΣ
ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΘΡΑΚΗΣ
Συλλογή Θανάση Κιζλάρη
Έχε γεια γλυκειά μου μάνα
Δημοτικό τραγούδι περιοχής Ραιδεστού
Έχει γεια γλυκειά μου μάνα
δεν ηξεύρω αν θα σε ματαϊδώ
έχε γειά, γειά, γειά,
έχε γειά, μανούλα μου γλυκειά.
Άνοιξε γλυκειά μου μάνα
την ολόθερμή σου αγκαλιά
και από τα βάθη της καρδιάς σου
δόσ' μου δυο γλυκά φιλιά,
για να τα έχω ζεστασιά
να μου θερμαίνουν την καρδιά
εκεί στη μαύρη ξενιτειά.
Έχε γεια, γεια, γεια
έχει γεια μανούλα μου γλυκειά.
Σαν το φοβερό χορτάρι
οπού το δέρνει άγρια βοριά
και το άσπλαχνο ποτάμι
που σέρνει δέντρα και κλαριά,
έτσι και μένα η φτώχια
κι η μαύρη ξενιτειά
θα μου μαράνει την καρδιά
από τα σένα μακριά....
Έχε γεια, γεια, γεια
έχε γεια, μανούλα μου γλυκειά.
Μια συννεφιασμένη μέρα
Δημοτικό τραγούδι της Ραιδεστού
Μια συννεφιασμένη μέρα και μια σκοτεινή βραδιά
με τη βάρκα σεργιανίζαν δυο Ροδοστιανά παιδιά.
Μαύρη ήταν η βαρκούλα, άσπρα ήταν τα πανιά
η βάρκα γύρισ' άνω-κάτω και πνιγήκαν τα παιδιά.
Ο ένας ήτανε ο Νίκος του Αθηνόδωρου ο γυιός
τ' άλλο ήταν Αρμενάκι στην ομορφάδα ξακουστός.
Του Νικάκη ο πατέρας τάζει λίρες εκατό
για να βγάλουνε το Νίκο ζωντανό απ' το γυαλό.
Τ' Αρμενάκι ο πατέρας τάζει γρόσια και φλουριά
για να βγάλουν τ' Αρμενάκι όξου στην ακρογιαλιά.
Η θάλασσα δε θέλει λίρες ούτε γρόσια και φλουριά
η θάλασσα θέλει το Νίκο να τον έχει συντροφιά
θάλασσα λεβεντοπνίχτρα, θάλασσα φαρμακερή
κάνεις μαύρη την καρδιά μας κι ολοένα να πονεί.
Σημείωση: Τα δυο αυτά τραγούδια, απ' όσα ξέρω, είναι
ανέκδοτα. Τα τραγουδούσαν στη Θράκη, στη Ραιδεστό και τα περίχωρά της. Το πρώτο
"έχε γεια γλυκιά μου μάνα", το βγάλανε στα 1908, όταν μετά το χουριέτ,
επιστρατεύονται κι όλοι οι ραγιάδες της τουρκικής επικράτειας. Το δεύτερα βγήκε
από ένα πραγματικό γεγονός, τον πνιγμό του γυιού του Αθηνόδωρου, προύχοντα της
Ραιδεστού.
Κόρην αγαπώ...
(Τραγούδι της κούνιας) από το Σιμιτλή
Κόρην αγαπώ, ξανθιά και μαυρομάτα *
δώδεκα, δώδεκα χρονώ
δώδεκα χρονώ κι ο Ήλιος δεν την είδε*
μόνο η μάνα της
μόνο η μάνα της, κανέλλα την φωνάζει *
κανέλλα, κανελλόριζα
Κανελλόριζα και της κανέλλας τ' άνθη*
φουντωτή, φουντωτή μηλιά
φουντωτή μηλιά, τα μήλα φορτωμένη*
τ' άκουσα, τ' άκουσα κι εγώ
Τ' άκουσα κι εγώ, πήγα να κόψω μήλα*
μήλα, μήλα δεν ήβρα
μήλα δεν ήβρα, μόνε τον καημό της πήρα *
‘πέσα, ‘πέσα σ' αρρωστειά
‘πέσα σ' αρρωστειά, σε κίντυνο μεγάλο *
- Φέρτε το.., φέρτε το γιατρό
φέρτε το γιατρό, τον πόνο μου να γιάνει *
- Άντε συ, άντε συ γιατρέ
- Άντε συ γιατρέ και πάϊνε στο καλό σου *
και τα για... και τα γιατρικά
και τα γιατρικά δε γράφουν τα χαρτιά σου *
- Αυτό δεν εί,.., αυτό δεν είναι ντέρτι
Αυτό δεν είναι ντέρτι και πόνος για να γιάνει*
μόν' είν' από την..., μόν' είν' από την αγάπη
μόν' είν' από την αγάπη και θα τον πεθάνει. *
* Ο στίχος επαναλαμβάνεται δυο φορές.
Δώδεκα χρονών κορίτσι
από το Σιμιτλή
Δώδεκα χρονώ κορίτσι κένταγε παν' στο γκεργκέφι
κι είχε μπρουστά του και τον καθρέφτη
- Καθρέφτη μ' αργυρέ μου κι ολόχρυσέ μου
τώρα είμαι στον καιρό μου, τώρα έχω χάρη
τώρα με χαίρεται κείνους που δα με πάρει
Έχω κορμάκι άσπρο, άσπρο σαν το γάλα
έχω κι δυο βυζάκια, σαν πορτοκαλάκια...
Δώδεκα χρονώ κορίτσι, χήρα πάει στη μάνα της
τα στεφάνια στην ποδιά της κι έκλαιγε τον άντρα της
- Σώπα κόρη μου, μην κλαίγεις, μην πικραίνεσαι
είσαι νέα και ωραία και ξαναπαντρεύεσαι...
Διέστε, μάνα την Οβραίϊσα, που με λέει να παντρευτώ,
π' δε μι λέει να βάνω μαύρα κι να μαυροφορεθώ.
ΧΡΙΣΤ0ΥΓΕΝΝΑ ΣΤΗ ΘΡΑΚΗ
Κάθε φορά που πλησιάζουν τα Χριστούγεννα η σκέψη μου με γυρίζει μερικά χρόνια
πίσω, τότε που είμασταν μικρά παιδιά στη μαρτυρική Θράκη.
Προπαραμονή Χριστουγέννων το βράδυ και στα σπίτια όλα ήταν έτοιμα. Ο βοριάς
παγωμένος σφύριζε, μα τα τζάκια ζέσταιναν τα δωμάτια, όπου τα στρωμμένα χράμια
κι οι γιορτινοί μπερντέδες έδιναν μια χαρούμενη όψη στο εσωτερικό του σπιτιού.
Το σπίτι του παπά έλαμπε κι αυτό. Στην αυλή ακούγονταν βοή και Φωνές ανάκατες.
Ήταν τα παλληκάρια που είχαν έρθει να τραγουδήσουν τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα.
Πήγαιναν πρώτα στον παπά. Αυτόν θα τιμούσαν. Πρώτα αυτόν θα εύχονταν και θα
μακάριζαν γιατί ο παπάς ήταν η κολώνα του χωριού.
- Να τα πούμε, να τα πούμε, ακούγονταν ερωτήματα και πριν προλάβει η παπαδιά ν'
απαντήσει ακούγονταν κιόλας τα υπέροχα χριστουγεννιάτικα κάλαντα.
Σαράντα μέρες σαράντα νύχτες
η Παναγιά μας κοιλοπονούσε
τους Αποστόλους τους Ιεράρχες
τα πάν' να φέρουν μύρα και μόσχο...
Κι ως που να πάνε κι ως που να έρθουν
η Παναγιά μας ξηλιυτηρώθκι...
Αμέσως μετά τα κάλαντα άρχιζαν τα παλληκάρια τα παινέματα
- Παπά μ' γιατί μοσχοβολάς, παπά μ' γιατί μοσκεύεις;
- Η μάνα μ' όταν μ' έκανε κι όταν με κοιλοπόνα μοσχότρωγε απ' το πουρνό, μόσχο
το μεσημέρι και το ηλιοβασίλεμα αφράτο παξιμάδι...
Το χιόνι μέσα στο χωριό, ξεπερνούσε μερικές φορές το ενάμισο μέτρο, αλλά δεν
φόβιζε τα παλληκάρια ούτε ο δυνατός βοριάς που έκανε την αναπνοή τρομερά
δύσκολη. Κοκκίνιζαν οι μύτες και τ' αυτιά αλλά αυτά συνέχιζαν να τριγυρνούν από
σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας τα υπέροχα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα.
Αν κατά τύχη αντάμωναν στο δρόμο κάποια κοπέλα τότε τραγουδούσαν πειραχτικά.
Άσπρα πουδάρια πούδγια γω στου κίτρινου του μέστι
θάριψα είνι Πασκαλιά κι είπα Χριστός Ανέστη.
κι ύστερα συνέχιζαν
σ' αρχοντικό κι αν βγήκαμι
σ' αρχοντικό θα πάμι
θα πάμι σ' άλλου σύνουρου
κι σ' άλλου βιλαέτι...
Τα ποτάμια πάγωναν. Οι μανιασμένοι βορριάδες που κατέβαιναν ακράτητοι, όλα τα
πάγωναν και τα κρυστάλλωναν. Η γη ήταν σκεπασμένη με χιόνια παγωμένα ενώ από τα
σπίτια κρέμονταν κρύσταλλοι παγωμένοι οι "ζαμπούνες". Τα κεραμύδια χιονισμένα
έκρυβαν από κανένα φτωχό σπουργίτι που πεινασμένο αγωνίζονταν να βρει ένα σπυρί
και φώναζε χοροπηδώντας στο χιόνι.
Και μέσα σ' αυτή την μπόρα τα παλλικάρια συνέχιζαν να γυρίζουν όλα τα σπίτια του
χωριού τραγουδώντας τα δικά τους κάλαντα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που πρώτα αυτά
χαλούσαν το στρωμένο χιόνι το οποίο σκέπαζε δρόμους, αυλές και μονοπάτια.
Πρέπει να πω πως είναι τα καλύτερα ανάμεσα στα πανελλήνια. Με την ποιητική τους
ομορφιά αποτελούν άξια στολίδια της νεοελληνικής λαϊκής ποίησης σ' ολόκληρη την
Ελλάδα. Τα κάλαντα είναι φυσικά έθιμο κυρίως λαϊκό, ακατάλυτο και συνυφασμένο με
τη ζωή του λαού της Θράκης.
Σπύρος Ζεχερλής
ΤΑ ΕΝΝΕΑ ΦΑΓΙΑ*
Δ. Κ. Βογιαζλή
Η σημασία του εθίμου - Πώς εξοικονομούνταν τα εννέα φαγητά
στο τραπέζι της παραμονής των Χριστουγέννων
Γιορτασμός της παραμονής στη Βορειοθράκη
Το τραπέζι της παραμονής των Χριστουγέννων ήταν στη Βορειοθράκη τόσο γιορταστικό
όσο και το Χριστουγεννιάτικο με τη διαφορά, ότι στο πρώτο όλα τα φαγητά ήταν
νηστίσιμα. Έπρεπε δε κατανάγκην νάναι ε ν ν έ α. Γιατί εννέα κι όχι δέκα; δεν
κατόρθωσα να το εξακριβώσω, μου φαίνεται όμως, ότι το έθιμο σχετίζεται με τους
εννέα μήνες της εγκυμοσύνης της Παναγίας της μάνας του Χριστού.
Το πρώτο από τα "εννέα φαγιά" ήταν η "άφταστη πίττα", δηλ. μια πίττα άζυμη, που
συνήθως ήταν πολύ μικρότερη από τη Βασιλόπιττα. Την στόλιζαν με μισές σκέλδες
καρυδιού σε σχήμα σταυρού με μια τρυπούλα στο μέσον προορισμένη για την
τοποθέτηση του κεριού. Στη χριστουγεννιάτικη πίττα τοποθετούσαν έναν παρά σ'
αυτόν που θα έπεφτε, θα περνούσε το Δωδεκάμερο κι ως του Αγίου Γεωργίου με
"γεια-χάρα". Για τη συμπλήρωση των εννέα φαγητών συνηθιζότανε λαχανοντολμάδες,
ελιές και χαλβάς. Και παρακάτω: Ε, - εκεί πλέον η νοικοκυρά, και προπαντός όταν
τα οικονομικό ήταν στενά, έπρεπε κάτι να μηχανευθεί. Και το τέχνασμα ήταν
πρόχειρο. Τ' αλατοπίπερο λ.χ. το τοποθετούσε σε δυο πιάτα, χωριστά τ' αλάτι,
χωριστά το πιπέρι = δυο φαγιά επιπλέον. Αλλά το τουρσί ήταν κείνο που έλυε το
πρόβλημα οριστικά: χώρια το λάχανο, χώρια οι πιπεριές, οι μελιτζάνες κλπ. Έτσι
συμπληρώνονταν ο αριθμός εννέα: ούτε ένα περισσότερο ούτε ένα λιγότερο.
Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων ο οικοδεσπότης και γύρω του
τοποθετημένη στον "σουφρά" ή στο τραπέζι ολόκληρη η οικογένεια. Και τότε άρχιζε
η ιεροτελεστία. Ο πατέρας άναβε το κερί και το κολλούσε στο μέσον της πίττας.
Έπειτα θύμιαζε το εικονοστάσι και το τραπέζι και αφού αυτός ή κανένα από τα
παιδιά έλεγαν το τροπάρι των Χριστουγέννων και το "Δι ευχών των αγίων πατέρων
ημών", ερχόταν η σειρά του κοψίματος της πίττας. Το πρώτο κομμάτι ήταν του
Χριστού, το δεύτερο της Παναγίας, το τρίτο του "ξενητεμένου παιδιού ή
συγγενούς", κι έπειτα από ένα για τον κάθε ομοτράπεζο. Στη βασιλόπιττα οι
κληρούχοι ήσαν δυο περισσότερο, το κομμάτι του "Αγίου" και το κομμάτι "της
δουλειάς". Καθένας έτρωγε, εννοείται, το κομμάτι με την προοπτική να βρει τον
παρά. Αλλά τι γινότανε με το κομμάτι του Χριστού και των Αγίων, αφού οι
τελευταίοι αδυνατούσαν να το πάρουν; Το προώριζαν λοιπόν για τους ζητιάνους.
Η Εκκλησία διάβαζε ακριβώς τα μεσάνυχτα. Μάλιστα επί Τουρκοκρατίας κι ως στην
έκδοση του Χατι-Χουμαγιούν (1855) δεν χτυπούσε η καμπάνα αλλά ο κράχτης (έτσι
ονομάζουν σι Βορειοθράκες τον καντηλανάφτη από το κράζω, καλώ) περνούσε αράδα τα
σπίτια της ενορίας του, χτυπούσε το σιδερένιο χειρούλι κάθε πόρτας με το
προσκλητήριο: "Ορίστε εις την Εκκλησία", λέγοντάς το ψαλτικά.
Αλλ' οι οικογένειες πούχαν περισσότερα μικρά παιδιά πώς να τα κρατήσουν ξύπνια
ως τα μεσάνυχτα; Επεκράτησε λοιπόν να επαναλαμβάνεται ένα συνήθειο που κυρίως
γινότανε το τελευταίο βράδυ της Αποκριάς. Από τον οφαλό του ταβανιού που πάντα
βρισκότανε ένας χαλκάς (κρίκος) κρεμούσαν δεμένο σε σπάγγο ένα κομμάτι
καρυδοχαλβά. Στη στερεότητά του μπορούσε να συναγωνισθεί το πιο γερό ξύλο... Ο
πατέρας ή η μητέρα γύριζαν τον σπάγγο με τον χαλβά και τα παιδιά τοποθετημένα
γύρω, με τα χέρια πισθάγκωνα προσπαθούσαν ποιο πρώτο να τον συγκροτήσει με το
στόμα, οπότε το κομμάτι ήταν δικό του. Γέλια και φωνές ώσπου νάρτουν τα
μεσάνυχτα για να τραβήξει. ολόκληρη η οικογένεια στην Εκκλησία.
Στο σπίτι έμενε η γιαγιά ή καμιά θεία με την υπηρέτρια για να ετοιμάσουν το
Χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Σ' αυτό οι κρεάτινες λαχανοντολμάδες (με χοιρινό το
πλείστον) τα "γιαπράκια" δεν μπορούσαν να λείψουν.
_____________
Από τον 21ο τόμο του Αρχείου Λαογρ. και Γλωσσικού Θησαυρού.
*Στο Σιμιτλή της Επαρχίας Ραιδεστού, όπου το έθιμο των "Εννιά λογών" φαγητών το
φύλαγαν επίσης, έστρωναν το τραπέζι κάτω από τα εικονίσματα και τ' άφηναν
στρωμένο τη νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων για να πάει η λεχώνα Παναγιά
να φάει. Διηγούνταν λοιπόν πως μια πολύ φτωχή νοικοκυρά που δεν είχε άλλο τι να
μαγειρέψει παρά μονάχα κολοκύθι, ετοίμασε απ' αυτό και μόνο εννιά λογιώ φαγιά.
Έτσι έμεινε παροιμιακή η φράση για ένα φτωχόσπιτο, έλεγαν, έχει "Εννιά λογιώ
φαγί, όλο κολοκύθι".
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ
ΚΑΛΑΝΤΑ ΑΝΑΤ0ΛΙΚΗΣ ΘΡΑΚΗΣ
Τα κάλαντα των Χριστουγέννων από το Τζοβάντζαλη
Χριστός γεννάται, χαρά στον κόσμο
χαρά στον κόσμο, στο νοικοκύρη,
στο νοικοκύρη, που φάει και πίνει
που τρώει και πίνει με την κυρά του
με την κυρά του και τα παιδιά του
Με τα παιδιά του κυράμ' φετούσα,
κυράμ' φετούσα, κοιλιά μ' πονούσα.
Κοιλιάμ' πονούσα, παρακαλούσα.
παρακαλούσα τους Άγιους όλους
τους Άγιους ούλους τους Αποστόλους.
Τους Αποστόλους, στην Πόλη πόνε
στην Πόλη πόνε, μαμή να φέρουν.
Κι ώσπου να πάνε κι νάρτουν πίσω
Εκείνη κάμνει χρυσόν Αφέντη,
Χρυσόν Αφέντη, σα φέξας φέγγει.
Σαν φέξας φέγγει, σαν Ήλιος λάμπει
σαν Ήλιος λάμπει, σαν νιό φεγγάρι
σαν νιό φεγγάρι, σαν παλληκάρι.
Σαν κόκκινο τριαντάφυλλο
στη μέσ' στα παλληκάρια...
Γ. Ντ.
Τα κάλαντα Χριστουγέννων
Από το Μπαμπά-Εσκή
Σαράντα μέρες, σαράντα νύχτες
η Παναγία κοιλοπονούσε
κοιλοπονούσε, αντρογεννούσε.
Η αγια Μαρίνα κι η Κατερίνα
στην Πόλη πάνε, μαμή να φέρουν.
Ώσπου να πάνε κι ώσπου να έρθουν
η Παναγιά ξελευτερώθη
ξελευτερώθη, παλικαρώθει
Στην κούνια κάθ'νταν κι το κουνούσε
και το κουνούσε, το τραγουδούσε.
Και κείνο λάμπει σα νιό φεγγάρι
σαν νιό φεγγάρι, σαν παλληκάρι.
Μπρε'λάτα παλληκάρια μας να τους καλοκαρδίσουμ'
Παινέματα απ' τον Αφέντη
από το Σιμιτλή και Σχολάρι
Ιδώ κοιμάτ' ο αφέντης μας και πώς να τον ξυπνήσουμ'
φέρετε μήλα δώδεκα, νεράντζια δεκαπέντε
κι ένα κανί ροδόσταμο, να πιεί να αγρυπνήσει.
Σαν ήπιε και αγρύπνησε το Γρίβα του γυρεύει
χίλιοι βαντάν το Γρίβα του, χίλιοι το χαλινάρι,
χίλιοι πάλι παρακαλούν: Αφέντη μ' καβαλίκα
κι άπλωσε το χεράκι σου στην αργυρή σου τσέπη.
Αν έβρεις γρόσια δόσ' τα μας, φλουριά μην τα λυπάσαι.
Κι αν έβρεις κόκκινου παρά, κέρνα τα παλληκάρια.
Κέρνα τ' αφέντη μ' κέρνα τα, τα κακονυχτισμένα
που σέρνουν τα τσαρούχια τους σαράντα δράμια λάσπη.
Σ' αυτές τσ' αυλές που ήρταμε τες μαρμαροχτισμένες
κοιμούνται χίλια πρόβατα και πεντακόσια γίδια
αρνόσκυλα, κατσικόπουλα, λογαριασμό δεν έχουν
κοιμάται κι ένας τσόμπανος, τσόμπανος παληκάρι
που κοσκινίζει τα φλουριά και πέφτει το δεκάρι.
Κυρά μας φρόνιμ' ήτανε, φρόνιμ' και συντεχένια
Κυράμ' οντάς στολίζεσαι, στην εκκλησιά πηγαίνεις
που πάνω βάζεις κόκκινα, που κάτ' άσπρα χιονάτα.
Βάζεις τον Ήλιο πρόσωπο και το Φέγγαρι στήθη.
Κι του κοράκου το φτερά βάνεις καγκελοφρύδι.
και το φουστάνι ‘πο βαλες, του κάμπου τα λουλούδια.
Σ' είδαν παπάδες τάχασαν, διάκοι μ' κι τ' αλληλούια.
Γ. Ντ.
ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ
του Σιμιτλή
Χριστούγεννα
Χριστούγεννα, πρωτούγεννα, απόψα Χριστός γεννιέται
γεννιέται κι αναθρέφιτι με μέλι και με γάλα
το μέλι το τρώνι οι άρχοντες, το γάλα οι αφεντάδες
και το μελισσοβότανο, να λούζονται οι κυράδες.
ΑΪ - Βασίλης
Αρχιμηνιά κι αρχή χρονιά κι αρχή καλός μας χρόνος
εκκλησιά, εκκλησιά με τ' άγιο θρόνος.
Αρχή που βγήκε ο Χριστός στη γη να περπατήσει
και να μας και να μας καλοκαρδίσει.
Αγιός Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία,
βαστάει εικόνα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι
Το καλαμάρι έγραφε και το χαρτί μιλούσε:
- Κάτσε να φας, κάτσε να πιείς, κάτσε να τραγουδήσεις,
- Εγώ τραγούδια δεν ξέρω, ξέρω την Άλφα-Βήτα
Και το ραβδί του ακούμπησε να πει την Άλφα-Βήτα
κόψε μας, κόψε μας και δόσ'μας πίτα
Σ' αυτό το σπίτι πούρθαμε, πέτρα να μη ραγίσει
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει
και να μας, και να μας καλοκαρδίσει...
Και εις έτη πολλά...
Τα Φώτα
Σήμερα είν' τα Φώτα και οι φωτισμοί
και χάρες μεγάλες και αγιασμοί
κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό
κάθεται η κυρά μας, η Παναγιά
σπάργανα βαστάει και γιο κρατεί
και τον Αη-Γιάννη παρακαλεί
Αη-Γιάννη, αφέντη και Πρόδρομε
βάφτισε και μένα, Θεού παιδί
Ν' αγιασθούν οι κάμποι και τα βουνά
ν' αγιαστεί κι ο αφέντης με την κυρά
(ναγιαστεί κι η κλώσσα με τα πουλιά)
Τα κάλαντα στο Σιμιτλή
Στο Σιμιτλή, Εκτός από τα παιδικά κάλαντα, που τραγουδούσαν τα παιδιά στις
γειτονιές από την παραμονή, των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων,
το πρωί-πρωί από τα χαράματα, είχαμε και κάλαντα από τη λόγια παράδοση. Αυτά τα
τραγουδούσαν στα σπίτια τους τα βράδια, στις μεγάλες νύχτες τα Δωδεκάμερα (24
Δεκέμβρη-6 του Γενάρη). Τα τραγουδούσαν οι μεγάλοι που ήξεραν γράμματα και ήταν
και καλοί ψάλτες.
Χριστούγεννα
Καλήν εσπέραν άρχοντες, αν είναι ορισμός σας
Χριστού την θείαν γέννησιν να ειπώ στ' αρχοντικό σας.
Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει
οι Ουρανοί αγάλλονται, χαίρει η κτίση όλη.
Εν τω σπηλαίω τίκτεται εν φάτνη των αλόγων
ο Βασιλεύς των Ουρανών και Ποιητής των όλων.
Εκ της Περσίας έρχονται, τρεις Μάγοι με τα δώρα,
άστρο λαμπρό τους οδηγεί χωρίς να λείψει ώρα.
Φθάσαντες εις Ιερουσαλήμ με πόθον ερωτώσι
πού εγεννήθη ο Χριστός να πάν' να τον ιδώσι.
Δια Χριστόν ως ήκουσεν ο βασιλεύς Ηρώδης
αμέσως εταράχθηκε, έγινε θηριώδης.
Ότι πολλά φοβήθηκε δια την βασιλείαν
μην του την πάρει ο Χριστός και χάσει την αξίαν.
Κράζει τους Μάγους κι ερωτά πού ο Χριστός γεννάται
εις Βηθλεέμ ηξεύρομεν, ως η Γραφή διηγάται
Στέλνει τους Μάγους για να παν και όπου τον ευρώσι
αφού τον προσκυνήσουσι, να παν να του το ειπώσι,
δια να πάγει και αυτός για να τον προσκυνήσει
με δόλον ο αθεόφοβος να τον δολοφονήσει...
Βγαίνουν οι Μάγοι για να παν και τον αστέρα βλέπουν...
φτάσαντες εις το σπήλαιον, βρίσκουν την Θεοτόκο
που εκράτει στις αγκάλες της τον Άγιον της τόκον.
Γονατιστοί τον προσκυνούν και δώρα του χαρίζουν
Σμύρναν, χρυσόν και λίβανον, θεόν τον ευφημίζουν
Την σμύρναν μεν ως άνθρωπον, χρυσόν ως βασιλέα
και λίβανον δε ως Θεόν σ' όλην την ατμοσφαίρα.
Αφού τον επροσκύνησαν, ευθύς πάλι διαβαίνουν
και τον Ηρώδη μελετούν να πάνε να τον έβρουν.
Πλην άγγελος εξ ουρανού βγαίνει τους εμποδίζει.
Άλλην οδόν απέλθετε, ότι τους διορίζει...
Και πάλιν άλλος άγγελος τον Ιωσήφ προστάζει
εις Αίγυπτον να πορευθεί κι εκεί να διαμένει
να πάρει και την Μαριάμ μαζί με τον υιό της
ότι ο Ηρώδης τους ζητεί τον τόκον τον δικό της.
Μη βλέπων δε ο βασιλεύς τους Μάγους να γυρίσουν
εις Βηθλεέμ επρόσταζε παιδί να μην αφήσουν.
Όσα παιδιά κι αν έβρωσι, δύο χρονών και κάτω
όλα να τα περάσωσι, ευθύς απ' τα σπαθιά των.
Χιλιάδες δεκατέσσερες εσφάξαν μιαν ημέρα
θρήνον, κλαυθμόν και οδυρμόν είχε κάθε μητέρα.
Και επληρώθη το ρηθέν προφήτου Ησαϊου
μετά των άλλων προφητών και του Ιερεμίου
"Φωνή ηκούσθη εν Ραμά, Ραχής τα τέκνα κλαίει"
Και εις έτη πολλά
Θ. Κ.
Η Πρωτοχρονιά
Το τραγούδι από κάλαντα γυρίζει σε ερωτικό και τραγουδιόταν κι αυτό στα
σπίτια μέσα, τα βράδια στα "νυχτέρια" που κάθονταν ώσπου να νυστάξουν και να
πάνε για ύπνο. Κι αυτό στα δωδεκάμερα των Χριστουγέννων.
Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά, ψιλή μου δεντρολιβανιά
κι αρχή, κι αρχή καλός μας χρόνος, εκκλησιά, εκκλησιά με τ'
άγιο θρόνος
Αρχή που βγήκε ο Χριστός, Άγιος και Πνευματικός, στη γη,
στη να περπατήσει,
και να μας και να μας καλοκαρδίσει.
- Βασίλη μ' πούθεν έρχεσαι και πού' και πούθε κατεβαίνεις
την καλή, την καλή χρονιά μας φέρνεις.
- Από τη μάνα μ' έρχομαι και στο, και στο σχολ€ιό μου πάω,
δε μου λε, δε μου λέτε τι να κάμω.
- Κάτσε να Φας, κάτσε να πιείς κι ότι αγαπάς να μας το πεις
κάτσε, κάτσε να τραγουδήσεις και να μας, και να μας καλοκαρδίσεις
Και το ραβδί τ' ακούμπησε και δε μας ετραγούδησε
να πει, να πει τ' αλφαβητάρι, δες κι εμέ, δες κι εμέ το παλικάρι
Και το ραβδί τ' ήταν ξερό, να ζει η αγάπη π' αγαπώ
χλωρά, χλωρά βλαστάρια επέτα, μια χρυσή, μια χρυσή μια
ντουβαλλέττα;
Κατέβαιναν οι πέρδικες, χρυσές ξανθιές λεβέντικες
μαζί, μαζί με περδικάκια, αχ, τα γλυκά, τα γλυκά σου τα ματάκια.
Τα φώτα
Σήμερον είν' τα Φώτα κι ο φωτισμός και χαρά μεγάλη κι ο Αγιασμός
Εν αρχή δε ήρχισεν ο Θεός έκαμε την γην και τον ουρανόν
Δεύτερον δε πάλιν από αυτά χώρισε τα ύδατα απ' την ξηρά
Τρίτον δε πάλιν από αυτά έκαμε τη θάλασσα και τα βουνά
Τέταρτον δε πάλιν από αυτά έκαμε ζώα και τα πτηνά
Έπλασε τον άνθρωπον από γη και εις όλα τούτα νάν' εξουσιαστής
Ο Αδάμ και η Εύα ημάρτησαν και εις αμαρτίαν υπέπεσαν
και τω Θεώ δεν είπαν πως έφταιξαν.
Και ο όφις ήτο διάβολος των πονηρών δαιμόνων διδάσκαλος
Αλλ' ο Ιησούς ως φιλάνθρωπος ήλθεν εις την γην ως Θεάνθρωπος
να ελευθερώσει πάντας ημάς και από τας χείρας τας μιαράς
Εις τον Ιορδάνην δε πορευθείς όπου ήταν ο Ιωάννης ο Βαπτιστής
- Ιωάννη, Πρόδρομε, βαπτιστή βάφτισε κι εμένα Θεού παιδί
- Πώς τολμώ να βάλω την χείρα μου εις την κεφαλήν σου σωτήρα μου
- Άφες φόβον Πρόδρομε αλλά πρόστασε και το βάπτισμά μου απόδειξε Όταν τον
εβάφτησε ο Βαπτιστής, έλαμψε η έρημος πορευθύς
και το Πνεύμα εφάνη στους Ουρανούς να Φωτίσει όλους τους Χριστιανούς
και φωνή ηκούσθη εκ του Πατρός, ούτος είν' ο υιός μου ο Αγαπητός Θεωρώ αγγέλους
να ψάλλουσι και τα Χερουβίμ να δοξάζουσι και το αλληλούια να κράζουσι...
Πηγή: Ημερολόγιο - Λεύκωμα της Θρακικής Εστίας, Τεύχος
πέμπτον, Θεσσαλονίκη 1987-1988.