ΤΟ ΣΟΥΦΛΙ
ΕΣΤΙΑ ΛΑΪΚΩΝ ΤΕΧΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΝ
Κυρίες και κύριοι,
Με τη σημερινή συνάντηση μας στην αίθουσα αυτή του Αμερικανικού Επιμορφωτικού
Ινστιτούτου, κάμνουμε αρχή των διαλέξεων της Εταιρείας Θρακικών Μελετών 1952-53.
Οι εφετεινές διαλέξεις θα είναι σημαντικές. Θα εμφανισθούν στο βήμα τούτο
πρόσωπα της επιστήμης και της τέχνης, όπως ο κ. Ι. Παναγιωτόπουλος, ο κ. Χ.
Καρούσος, αρχαιολόγος, ο κ. Μ. Τόμπρος, γλύπτης, ο κ. Κ. Ρωμαίος, ο κ. Δ.
Λουκάτος, ο κ. Δ. Πετρόπουλος, ο Πάνος. Ν. Βαφείδης, όλοι εκλεκτοί και εξέχοντες
επιστήμονες, να διαπραγματευθούν θέματα επιστημονικά, που αφορούν τη Θράκη, αλλά
κ' επαγωγά και ψυχαγωγικά, σύμφωνα με το πρόγραμμα της Εταιρείας Θρακικών
Μελετών.
Πρώτος και πάλι ομιλητής είμαι εγώ, και από καθήκοντος και ανάγκης των
πραγμάτων, που πηγάζουν από το πρόσφατό μου ταξίδι στο Σουφλί της Θράκης.
Ευχαριστούμε θερμά το Ελληνοαμερικανικό Επιμορφωτικό Ινστιτούτο για την
παραχώρηση της αιθούσης του, που εφάνη πρόθυμο στην παράκληση μας να ικανοποιήση
την ανάγκη αυτή του χώρου των διαλέξεων.
Α) Η λαογραφία ως εθνική επιστήμη και
η χρησιμότητα της
Η λαογραφία είναι μια καινούργια επιστήμη που στην Ελλάδα μπήκε
πριν 60-70 χρόνια. Πρώτος ο Ν. Πολίτης στην Αθήνα εδίδαξε την χρησιμοποίηση της.
Στην Πόλη από τα 1870 υπήρχαν λαογράφοι, όπως ο Αν. Χουρμουζιάδης που περιέγραψε
τ' αναστενάρια. Ο ποιητής Γ. Βιζυηνός υπήρξε πρωτοπόρος. Σ' αυτόν οφείλουμε την
περιγραφή κ εξήγηση των Καλογήρων, του αγροτικού αυτού εθίμου της Βιζύης, που
προκάλεσε το ενδιαφέρον των Ευρωπαίων επιστημόνων κ' έσπευσεν εδώ τότε ο
υπέργηρος σήμερα Daukins να το διαπίστωση εξ αυτοψίας, να το φωτογράφηση και να
το έρμηνέψη. Στον Ροδόοινον οφείλουμε τα Δημήτρια του Ορτάκιοϊ, το επίσης
θαυμάσιο αγροτικό έθιμο, που με τόσην παραστατικότητα μας περιέσωσεν ο καλός
διδάσκαλος, καταγράφοντας το λεπτομερώς-δυστυχώς χωρίς σκίτσα η φωτογραφίες-κ'
ερμηνεύοντάς το.
Έκτοτε η καινούργια αυτή επιστήμη έγινε το έργο κυρίως των Ελλήνων ιερέων και
διδασκάλων. Γι' αυτό, γράφοντας τη μελέτη μου "Οι θράκες λαογράφοι του 19'
αιώνος", εσημείωσα τους μεγάλους μας λαογράφους που συνέλεξαν το απέραντο υλικό,
που σήμερα εμείς εκμεταλλευόμεθα για να συνθέτουμε μελέτες χρήσιμες για τα ήθη
και τα έθιμα μας, τα παλιά μας αιώνια θέσμια, τα τραγούδια μας, τα παραμύθια μας
του, μύθους μας, και κάθε είδος ψυχικής εκδηλώσεως του θρακικού λαού. Έκτοτε
χρονολογείται η απέραντη συλλογή των θρακών λαογράφων, που συνοδεύονται από τα
γλωσσάρια των πόλεων και χωριών της Θράκης και αποτελούν την λαϊκή πηγή απ' οπού
και αντλεί και το λαογραφικό αρχείο της Ακαδημίας, όπου συντάσσεται το λεξικό
της Ελληνικής γλώσσης. Σας παραδίνω μερικά ονόματα δασκάλων θρακών: Τον
Μανασείδη, τον Χουρμουζιάδη, τον Χρηστίδη, τον Παπαλοΐζο, τον Παπαϊωαννίδη, τον
Κουρτίδη, το Μόσχο Ι. Παπαχριστοδούλου, τον συλλογέα των θρακικών τραγουδιών,
που αποτελούν αστέρια μεγάλα του λαογραφικού μας ορίζοντος.
Τι είναι λοιπόν αυτή η λαογραφική παγκόσμια και διεθνής Επιστήμη (Folk-rore);
Είναι η εργασία του να καταγράφουμε δημιουργήματα προφορικά του Ελληνικού λαού
από το στόμα του, όπως οι παροιμίες του, τα παραμύθια του, τα γνωμικά του, τα
τραγούδια του k.λ.π. Είναι το έργο, πλησιάζοντας τον Ελληνικά λαό στην καλύβα
του, στην αγορά, να συναθροίζουμε τις συνήθειες του, τους χορούς, τις
διασκεδάσεις του, τα χειροτεχνήματα του και κάθε σημείο του τρόπου που διάγει o
λαός τo 24ωρό του. Είναι μ' ένα λόγο ένα έργο θαυμαστό της συλλογής των
εκδηλώσεων της ψυχής του λαού από το στόμα του, από τις κινήσεις του, από την
εργασία του και από την ομαδική του ζωή σαν ζώο κοινωνικό. Αυτή η δουλειά είναι
η λαογραφία. Τη λαογραφία σήμερα την βοηθεί η φωτογραφία και το σχεδίασμα. Τώρα
την προάγει αφάνταστα η φωνοληψία και την αποθανατίζει και μας δίνει την
ευχέρεια να επεξεργαζώμαστε το υλικό αυτό που μαζεύουμε, όπως συμβαίνει στα
τραγούδια. Δεν θέλω να σας αναπτύξω εδώ το έργο της λαογραφίας γενικά, γιατί
είναι έργο ειδικής διαλέξεως πολύμορφο. Τονίζω όμως ότι οι διδάσκαλοι είναι τα
εθνικά στελέχη της ζωής του έθνους. Αυτοί κρατούν στα χέρια τους το έργο της
λαογραφίας, σαν αποθησαυριστές και μ' αυτό συντηρούμε την εθνική ψυχή και την
δυναμώνουμε να βαστιέται. Η λαογραφία μιας χώρας αποτελεί το πιο σίγουρο
στοιχείο που αποδεικνύει την εθνικότητα της χώρας αυτής, τα ήθη κι' έθιμα ενός
τόπου, οι συνήθειες και οι πίστεις, οι δεισιδαιμονίες και οι προλήψεις και τα
τόσα άλλα λαογραφικά στοιχεία ενός λαού, αποτελούν τις εκδηλώσεις αυτές που ζουν
στον τόπο τους από αιώνες. Σύμφωνα με τις εκδηλώσεις αυτές-που είναι διάφορες
από άλλου λαού και άλλου τόπου-σχηματίζουμε τη γνώμη ότι ο λαός αυτός φθάνει ως
εκεί και όχι παρέχει. Βγάζουμε δηλαδή εθνογραφικά συμπεράσματα.
Οι Ελληνικές χώρες όπου έζησε και ζη ο
Ελληνικός λαός από τρεις χιλιάδες χρόνια, δεν είναι εύκολο να πης ότι δεν είναι
Ελληνικές η ότι υπήρξαν Βουλγαρικές. Με την λαογραφία ξεκαθαρίζουμε το θέμα μας.
Με τη συγκριτική μάλιστα λαογραφία συγκρίνοντας τα λαογραφικά φαινόμενα της ζωής
των λαών, που κατοικούν τη χώρα αυτή, ξεκαθαρίζουμε τι είναι Ελληνικό και τι
όχι. Όταν στη Μακεδονία και Θράκη εξετάσουμε λαογραφικά τους πληθυσμούς που
κατοικούν εκεί, και εξετάζοντας βλέπουμε ότι κανένα σλαβικό στοιχείο δεν υπάρχει
στη ζωή τους και ότι τουναντίον όλη η ζωή τους παρελαύνει μπροστά μας μ'
εκδηλώσεις Ελληνικές στα ήθη και έθιμα τους, συγγενικές βαθειά με τ' αρχαία
θέσμια των Ελλήνων και θρακών, τότε εξάγουμε το συμπέρασμα πως οι χώρες αυτές
είναι Ελληνικές. Αν κάπου κάπου σκόρπιοι η συμπαγείς μάζες μιλούν το Μακεδονικό
λεγόμενο ιδίωμα, τούτο είναι γλωσσικό φαινόμενο, που δεν αποτελεί τεκμήριο για
την εθνικότητα ενός λαού. 'Ένας λαός μπορεί να χάση τη γλώσσα του-πολλά τέτοια
παραδείγματα υπάρχουν - ποτέ όμως συμπαγής δεν χάνει τα ήθη κι' έθιμα του, τον
τρόπο της ζωής του, τις ψυχικές του ιδιότητες, τις πνευματικές του λαϊκές
δημιουργίες. Επιδρά επί των λαών που τον συγχρωτίζονται, αλλά δεν υφίσταται
καμμιά επίδραση από την επικοινωνία του με τους άλλους. Ο Τσέχος συμπαγής μένει
Τσέχος, ο Βούλγαρος Βούλγαρος, ο Έλληνας Έλληνας. Οι κατώτεροι πνευματικώς
υφίστανται βέβαια επίδραση, μιμούμενοι πολιτιστικώς τις συνήθειες κείνων που
τους υπερτερούν και η επίδραση φαίνεται από τις εκδηλώσεις της ζωής των. Οι
Βούλγαροι π. χ. υπέστησαν την επίδραση την ειδική μας στη Μακεδονία και Θράκη σε
μεγάλο βαθμό. Στην κυρίως Βουλγαρία πέρα από τον Αίμο, άλλα είναι τα λαογραφικά
στοιχεία του Βουλγαρικού λάου, κι' άλλα στη Βόρειο Θράκη, που κατέχουν, κι' άλλα
στη Μακεδονία. Εκεί ανακατωμένοι με μεγάλο Ελληνικό πληθυσμό, σαν κατώτερος λαός
υπέστησαν την Ελληνική επίδραση. 0ι ανθρωπολόγοι, όλες τις διαφορές αυτές τις
ξεκαθαρίζουν και τις καταγράφουν όπως και οι άνθρωπογράφοι. Οι δε λαογράφοι
συγκριτικά εργαζόμενοι καταδείχνουν μαθηματικά και την ποσότητα της
αλληλοεπιδράσεως των γειτονικών λαών. Τέτοια μελέτη έχουμε του Λ. Βογαζλή στο
Αρχείον Θράκης τ. ΙΖ'.
Έτσι στη Θράκη, βόρειο και νότιο, η ανάμιξη των δύο εθνών της Ελληνικής
χερσονήσου υπήρξε μεγάλη, τόσον ώστε πολλά λαογραφικά στοιχεία βρίσκουμε νάχουν
διεισδύσει ανάμεσα Ελλήνων και Βουλγάρων και ότι επεκράτησαν τα ελληνικά. 'Ετσι
οι Βούλγαροι λ. χ. τελούν και τ' Αναστενάρια από μίμηση του εθίμου, που προήλθε
από την κατάληψη και κατάχτηση του θρακικού εδάφους, όπου ετελούντο αυτά προ του
1918 επί 2 1)2 χιλιετηρίδες.
Εξ όσων είπα γίνεται καταληπτή πόση αξία έχουν οι λαογραφικές σπουδές κι'
εξαιρετικά ποια εθνική σημασία έχουν για το δάσκαλο. Οι Βούλγαροι τους δυστυχείς
Πομάκους, που δεν είναι Βούλγαροι, επεχείρησαν να τους καταγράψουν ως τέτοιους
Βουλγάρους δια των δασκάλων τους με τις λαογραφικές μελέτες των ηθών και εθίμων
τους . Οι άνθρωποι έχασαν τη γλώσσα τους, αλλά δεν έχασαν και τα φυλετικά τους
έθιμα ολότελα μέσα στο τουρκικό και βουλγαρικό περιβάλλον, άλλως τε η γλώσσα δεν
αποτελεί τεκμήριον εθνικότητος. Ότι η γλώσσα δεν αποτελεί τεκμήριο εθνικότητος,
σας παραθέτω δυο λόγια του Ο Weigand: "Εν τη πολιτική κρίνουσιν εκ της γλώσσης
δια την εθνότητα. Η επιστήμη δεν πρέπει να ικανοποιήται με την άποψιν ταύτην της
μητρικής γλώσσης. Η γλώσσα είναι κάτι το εξωτερικόν και το μεταβλητόν και δεν
πρέπει μόνη αυτή να λαμβάνεται ως βάσις δια την κρίσιν, αλλά και οι πνευματικές
και σωματικές ιδιότητες και ήθη κι' έθιμα λαϊκά". Αν θέλουμε τίμια να τους
κρίνουμε και να τους κατατάξουμε, θα βρούμε από την σπουδή των ψυχικών τους
εκδηλώσεων πολλά ελληνικά στοιχεία, πολλά μωαμεθανικά και ολιγώτερα βουλγαρικά.
Με τη λαογραφία πάντως, αν επιχειρήσουμε το πράγμα, θα βρούμε και θα ομολογήσωμε
την αλήθεια. Ό Thunip ο κρανιοσκόπος, όταν συζητούνταν από το 1833 κι' εντεύθεν
η θεωρία του Φαλμεράγιερ, ότι το ελληνικόν έθνος εξαφανίστηκε και μεις δεν
είμαστε καν συγγενείς τους λαός, ο Τhump με τ' ανθρωπολογικά στοιχεία και η
ελληνική λαογραφία με τα δικά της συνέτριψε τη δυσφημιστική θεωρία του κι'
αποκατέστησε την εθνικότητα μας ως αιωνία και αλώβητη και ακατάβλητη εδώ στην
Ελλάδα και τα Βαλκάνια - την Ελληνική Χερσόνησο, όπου έλαμψε κι ελληνικός
πολιτισμός.
Σπουδαιότερο ακόμα είναι το έργο της Unesco. Η διεθνής αυτή οργάνωση έθεσε τις
βάσεις της συνεννοήσεως των λαών με την λαογραφία, θέλει να έμβάλη στην πίστη
των λαών το σύνθημα, ότι όλοι οι λαοί έχουν μια διεθνή και παγκόσμια αρχή: Τα
φαινόμενα του ψυχικού των βίου. Είναι η Commision Internationale des arts
populaires et traditions, η CIAP, της οποίας εξελέγην και εγώ μέλος προ τριών
ετών μαζί με τον κ. Κ. Ρωμαίον αρχαιολόγον και τον κ. Στιλπ. Κυριακίδην.
Σήμερα η Unesco με τα τμήματα της αγωνίζεται να δημιουργήση την επιδιωκόμενη
ψυχική επαφή και συνεργασία των λαών. Η CIAP και η CIPSH (Siens humains) είναι,
ειδικοί οργανισμοί, που ο καθένας εργάζεται στον κύκλο του. Οι λαϊκές τέχνες και
οι παραδόσεις των λαών έχουν συγγένεια, και γίνεται προσπάθεια με τη λαογραφία
να μελετηθούν ως ένα παγκόσμιο φαινόμενο και πανεθνικό. Οι λαογράφοι του κόσμου
λοιπόν εργάζονται σ όλα τα σημεία των ανθρωπίνων εκδηλώσεων: Στη μουσική,
καλλιτεχνία, τέχνες λαϊκές, παραδόσεις, χορούς, κ.λ.π., που στα συνέδρια θα
συζητούνται ως θέματα πανανθρώπινα, διότι από αυτά καταφαίνεται η κοινή
προέλευση του ανθρώπου και η συγγένεια των λαών και η αλληλοεπίδραση των.
Β') Το Σουφλί εστία λαϊκών τεχνών και
παραδόσεων
Ταξιδεύοντας, κύριοι, προς το Σουφλί για πρώτη μου φορά, διέσχιζα
την Ελλάδα με μια βαθιά συγκίνηση. Σπεύδοντας προς το ακραίο τούτο σημείο της
Πατρίδος μας και επίκαιρο σημείο της Θράκης, πήγαινα με καλή διάθεση. Εδοκίμασα
διάφορα συναισθήματα. Κι αληθινά το σημείο τούτο, της Θράκης είναι επίκαιρο. Δεν
απέχει καθόλου από τα σύνορα, είναι πάνω στον Έβρο κι αποτελεί ελληνικώτατη
εστία εργασίας. Είναι μια μελισοφωλιά ελληνική. Το ταξίδι αυτό για μένα, ήταν
αποκάλυψη. Περνούσα και διέσχιζα μ αυτοκίνητο ένα δρόμο ατελεύτητο.
Φθάνοντας στο Σουφλί βρήκαμε τον κ. Δήμαρχο πρόθυμο να μας συντρέξη. Στήνοντας
το επιτελείο του επιχειρεί ν αναμορφώση το Σουφλί. Είναι ο λαοφιλής βιομήχανος
και πολιτισμένος άνθρωπος, που αγωνία να δώση ό,τι μπορεί (το καλύτερο) στη
γενέτειρα του.
Το Σουφλί είναι πολιτεία 210 ετών, ως υπολογίζουν οι παλαιοί και οι γέροι.
Υπάρχουν πολλές παραδόσεις για την δημιουργία της πόλεως και την προσέλευση του
πληθυσμού της. Πηγές δεν υπάρχουν ιστορικές για να μιλήσουμε εκ του ασφαλούς,
ούτε οι κώδικες, που αποτελούν πηγή. Υπάρχουν μικρές παραδόσεις. Υπάρχει όμως η
γλωσσολογία και η λαογραφία που θα μας βοηθήση σε τούτο. Πάντως η πόλις
εδοκίμασε ακμήν. Είχε ποτέ 17 χιλιάδες κατοίκους. Τώρα έχει μόνο επτά. Ο Έβρος
την χωρίζει από την Άνατ. Θράκη, όπου βρίσκονται και τα χωράφια της. Άλλοτε ο
δημοσιογράφος κ. Κ. Κουκκίδης ταξιδεύοντας μούφερε νερό του Έβρου, με την ευχή
να το ξαναχύσουμε στον 'Εβρο, όταν και δύο όχθες ξαναγίνουν ελληνικές. Τώρα εγώ
ο ίδιος έφερα στην Εταιρεία Θρακικών Μελετών με όμοιο τρόπο νερό του 'Εβρου,
αλλά με άλλο σύνθημα: να χυθή, όταν ανοίξουν τα σύνορα ελεύτερα, για την
επικοινωνία των δύο επικρατειών.
Εμείς και οι ξένοι, που μας ωδήγησαν, για να καρπωθούν κι αυτοί και από την
γωνία αυτή της Θράκης, και να μας σώσουν από τα παλαιά λαϊκά μας στοιχεία ό,τι
μπορούν, εθέσαμε με τον κ. δήμαρχο το πρόγραμμα των εορτών (δες Πρόγραμμα
Εκδηλώσεων). Σε δυό, ήμερες έπρεπε να επίδειξη ο τόπος, ό,τι αποτελεί τις
ιδιότητες της ψυχής του λαού. 'Επρεπε να εξετάσουμε λαογραφικώς τα πράγματα. Οι
δάσκαλοι του τόπου, που πάντοτε αποτελούν τους εργάτες του πνεύματος και τους
καλλιεργητές και δημιουργούς της θρακικής ψυχής, οργάνωσαν την επίδειξη των
λαϊκών σκοπών και των πνευματικών προϊόντων του λαού. Υπό την διεύθυνση" του κ.
Σεϊτανίδου διδασκάλου, μουσοτραφούς και ρέκτου στην επίδειξη, με συγκεντρώσεις,
των λαϊκών παραδόσεων, οργανώθηκε η πρώτη φωνοληψία Σουφλιώτικων Θρακικών
τραγουδιών με μια χορωδία κοριτσιών και μία νέων. Τα τραγούδια τους είναι, όπως
προσέξαμε εκφραστικότατα. Γλωσσικά ανήκουν στο βόρειο ιδίωμα. Η μουσική τους
καλλιεργημένη, προχωρεί μάλιστα περισσότερο από τα κοινά λαϊκά μοτίβα. Σε
μεταφέρει πια μάκρυνα από την κοινή εντύπωση της δημ. μουσικής. Έχουν μια
εξέλιξη και πρόοδο στη μουσική επέκταση όπου συνήθως δε μπορούν να εξαρθούν οι
κοινοί δημιουργοί, για να μας δώσουν έργα τέχνης, συλλήψεις και συνθέσεις που
βαρύνουν. Η φωνοληψία έγινε με κάθε επιτυχία. Τραγούδια θαυμάσια παλαιά, 200
ετών τουλάχιστον, στο βόρειο ιδίωμα καταγράφηκαν με επιδεξιότητα και μπήκαν στα
μουσείο της αθανασίας. Και οι χοροί με τις παμπάλαιες στολές τους περισώθηκαν
εκτελούμενοι ως και "Τα λέμπα" .
Το επιχώριο όργανο του τόπου, ο άσκαυλος, η γκάιντα, στα χέρια του γκάϊντατζη
του ένθεου, συνεκίνησε όλους. Η γκάιντα είναι παμπάλαιο θρακικό όργανο. Είναι
γνωστότατο άπω τρεις χιλ. χρόνια με τόνομα άσκαυλος. Είναι μαζί με τη λύρα, το
ζευγάρι των οργάνων που ερμηνεύει τα λεπτά συναισθήματα της ψυχής του θρακικού
λαού. Ξέρουμε τη σημασία του οργάνου στο χορό. Ο οργανοπαίχτης είναι ο ψυχικός
ρυθμιστής των βημάτων κείνων, που πιάνονται στο χορό για να κινηθούν ρυθμικά.
Στους αναστενάρηδες, μετέχει του θιάσου. Στον Μπέη, τα Δημήτρια, αυτός κυριαρχεί
και κυβερνά. Στους Καλόγερους αυτός είναι ο καθοδηγητής. Στις Τζαμάλες, και τους
Χούχουτους, πάντα ο οργανοπαίχτης οίστρηλατεί το λαό. Προηγείται κ' έπεται. "Ο
γκάιντατζης είμαι, ο πανάρχαιος θρακιώτικος άσκαυλος. Προηγούμαι στις πομπές.
Ένα σκοπό παίζω αργόχρονο ένα στη χαρά κενά στη λύπη, και κατανυχτικό. Σείουμαι
και σειέται, σκύφτω και σκύβει, δονούμαι και δονιέται σύψυχα το πλήθος, που μ'
ακολουθεί και τριγυρίζει με. Η ψυχή είμαι της πομπής και ρίγη στο λαό γεννώ. Ένα
τσεβρέ στο κεφάλι δεμένο έχω, ένα σαρίκι δεκάπηχο και ξομπλιασμένο, σαν τη παλιά
ασπίδα του Αχιλλέα, και χειροποίητο στο μάγγανο και τραγουδισμένο ψιλόφωνα από
την υφάντρα του καλού καιρού: Διασίδι πολυδιάσιδο, καλού καιρού διασμένο". 'Ενα
τέτοιον ένθετον έχει το Σουφλί γκάιντατζη αριστοτέχνην. Ο πατέρας του συνεκίνησε
παλαιότερες γενεές και μετέδωσε τη Θεία Τέχνη της μουσικής. Αυτός τώρα συγκινεί
και ωθεί το λαό στους χορούς.
Το Σουφλί είναι μια εστία λαϊκών τεχνών και παραδόσεων, όπως μια φορά η επαρχία
Αγαθουπόλεως. Ο λαός, παρά τα δεινοπαθήματα του, παρά την φτώχεια του, παρά τις
πικρίες και τον αποδεκατισμό του, σώζει ακατάλυτη τη θέση του στη λαογραφία. Η
χειροτεχνία του είναι παλαιά. Υμνητής της η κ. Αγγ. Χατζημιχάλη. Η ιέρεια αύτη
της λαϊκής τέχνης, που κατέγραψε τα πάντα. Τα κουκούλια είναι η εργασία που
εμπνέει τους Σουφλιώτες. Τους εμπνέει και τους προάγει. Τους ωθεί σε
δημιουργήματα λαϊκής τέχνης-θαύματα υφαντουργικής, υφασμάτων, κεντημάτων,
σκαλισμάτων. Η δούλεψη και κατεργασία στην κατασκευή ζωνών είναι αμίμητη. Οι
κουγιουμτζήδες αποτελούν εσνάφι παμπάλαιο στη Θράκη και στην 'Ηπειρο, που
γνωρίζει να ιστορή και να σκαλίζη το ασήμι. Η χειροτεχνική έκθεση μας έδωκε την
ευκαιρία να θαυμάσουμε την καλλιτεχνική φαντασία και δημιουργικότητα των
Σουφλιωτών. Χειροτεχνήματα εξαίρετα εκτεθειμένα κατέδειξαν τη σημαντικότητα. των
εκθεμάτων και την καταπληκτική εργατικότητα των γυναικών του Σουφλίου, που
ρέπουν προς τη δουλειά και τη δημιουργία-τη δημιουργική δουλειά γεμάτη φαντασία.
Είναι ευφάνταστες, εργατικές, παραγωγικές, δεξιοτέχνες. Η χειροτεχνική παραγωγή
τους έπρεπε εδώ κάπου στην Αθήνα ν' αποτελή μια έκθεση διαρκή. Τα μεταξωτά τους,
θαύματα υφαντουργικής ικανότητος, είναι τέλεια στη δούλεψη τους και
αριστοτεχνικά μπορώ να πω. Η κ. Χατζημιχάλη, που κατέγινε με πάθος αναμφισβήτητο
στη συλλογή και περιγραφή Σουφλιώτικων ρούχων και στολιδιών, έγραψε λαμπρά
μελέτη για τα Σουφλί. Στη μελέτη αυτή, στολισμένη με πολλές φωτογραφίες, μας
ζωγράφισε μ' επιστημοσύνη το Σουφλιώτικο κοστούμι, τη φορεσιά ανδρών και
γυναικών και τα στολίδια τα δουλεμένα πάνω σε ασήμι η μπακίρι ασημοδουλεμένο,
που το ιδιαίτερο εσνάφι των κουγιουμτζήδων (των χρυσικών) δημιουργούσε
συμπληρώνοντας τον τερζή Ο τερζής έρραβε τα καφτάνια τα καθημερινά, τα γιορτερά,
τα νυφικά.
"Η αγάπη της Σουφλίωτισσας για τον αργαλειό και η πεισματική της αφοσίωση και
έμμονη στα πατροπαράδοτα, μπορεί να λογαριαστή ανάμεσα στα ελάχιστα σημερινά
παραδείγματα της Ελλ. γης" λέγει η κ. Χατζημιχάλη. Και συμπληρώνει Από κανένα
σπίτι δε λείπει ο αργαλειός και μόνες οι γυναίκες φιλοτεχνούν ολόκληρη την
προίκα τους Το Σουφλί ξεπερνά στα προικιά κάθε ελληνικό παράδειγμα προικιάτικου
ρουχισμού".
Γ) Το Σουφλί λαογραφικός χώρος
Το Σουφλί αποτελεί έτσι έναν αμιγή λαογραφικά χώρο, που οι
Βούλγαροι θέλησαν να τον καρπωθούν, γιατί ξέρουν που να στραφούν. Ο Φίλωφ
παίρνοντας μια σμαλτωμένη πόρπη, θέλησε να ομιλήση περί λαϊκής τέχνης Βουλγάρων
στον καιρό της κατοχής της Δυτ. Θράκης, όπως μίλησε, και για τα τέμπλα της
Θράκης. "Με το ψεύδος αγωνίζεται να εμφάνιση πλουσιώτερη την τέχνη των Βουλγάρων
" λέγει η κ. Χατζημιχάλη. (ΙΕ' τομ.Αρχείου Θρακ. Θης., σελ.209.)
"Εσφαλμένα λοιπόν την δημοσιεύει για Βουλγαρική την πόρπη ο Bogdan Filof" ).
Απαντώντας στον Βόγ. Φίλωφ ομοίως κι' ο Μ. Αποστολίδης φωνάζει για τα
ξυλογλυφήματα και τα τορευτικά έργα της Θράκης. "Δεν υπάρχει λαϊκή βουλγαρική
τορευτική και ξυλογλυφία". Αυτό τ' ομολογεί και Βούλγαρος Μωραβένωφ και το
βεβαιώνει: "Επί του Μητροπολίτου Παισίου (1818 -26) κατεσκευάσθη ο ξυλογλυπτικός
της εκκλησίας Αγίας Μαρίνης διάκοσμος (τέμπλον, αρχιερατικός θρόνος, άμβων,
κουβούκλιο Αγίας Τραπέζης) υπό Μετσοβιτών ξυλογλυπτών προσκληθέντων επί τούτω
υπό του αρχιερέως, διατηρούμενος και νυν μετά την ανοικοδόμησιν της εκκλησίας,
θαυμάσιον κατασκεύασμα και καλλιτέχνημα".
Οι ραφτάδες, οι τερζήδες κι' οι σαγιακτζήδες δεν απέθαναν, αλλ' ακόμη ζουν,
μολονότι ο πολιτισμός έκαμε τα έθιμά μας να οπισθοδρομούν ωχρά και να σβήνουν.
Όταν είδα τον πολύν γκαιντατζήν ζωσμένον την πάλαιαν "σκευήν" των προγόνων του,
ν'αγκαλιάζη κάτω από τη μασχάλη του την γκάιντα σαν πανοπλία, που σαγηνεύει και
μαλακώνει τα πλήθη και τα ωθεί στον κύκλιο χορό, εδοκίμασα συγκίνηση-μεγάλη. -Ζη,
είπα, το παλαιόν πνεύμα, ζη η παράδοση, και η παράδοση αυτή μας καθιστά αθάνατη
φυλή και δεν υπάρχει τρόπος να παλαιωθούμε. Το ίδιο εφώναξα όταν στο Λαγκαδά
είδα να ζωντανεύη μια φειδιακή μετόπη τριών χιλιετηρίδων. -Θεέ μου, τι είναι
αυτός ο αναστενάρης,.που εκπροσωπεί το Διονυσιακό πνεύμα; Τι είναι αυτός ο
σαρικοφόρος γκαιντατζής, που ξαναζωντανεύει τον Αγριάνα της Ροδόπης ; "Είναι η
ακατάλυτη ελληνική ψυχή", θ' ανακράξη ο καθένας σας. Ναι, είναι το ακατάλυτο
ελληνικό πνεύμα με τις ακατάλυτες ψυχικές ιδιότητες του λαού αύτού, που μάχεται
προς το Σλαβισμό και δίνει τη μάχη της επιβιώσεως σ'αυτό το σταυροδρόμι της
Ανατολής και Δύσεως, υποχωρώντας δυστυχώς. Ο Σουφλιώτης και το περιβάλλον του
είναι η ιδανική γη, η ιερά εστία, ο αμιγής ελληνικός χώρος, όπου ανεβίωσε και
αναθάλλει ο προγονικός παλμός, όπου επαναλαμβάνεται το έθιμο, το ήθος, το
θέσμιο, κή φωνή επαναλαμβάνει τρίδιπλη την ηχώ του παλιού λαϊκού σκοπού, που
βγαίνει ένθεος, θρακικός, ελληνικός, ακατάλυτος, κι ο αυλός του γκάιντατζη
σκορπίζει το πάθος και το αίσθημα, κερμηνεύει τα ψυχικά σαλπίσματα.
Σαυτή την παλαιά πολιτεία, με το ντόπιο της χρώμα, ημπορεί ναναζήση και
συγκρατηθή, σαν σέπαλξη, αυτό που αποτελεί το ειδικό χρώμα της φυλής μας όπως
μία φορά στην Αν. Θράκη με το Κωστή κιόπως τώρα στο Λαγκαδά, όπου τραγουδούν το
χορικό τους : "Οι ακατάλυτοι είμαστε αναστενάρηδες. Γενιά παμπάλαιη της Θράκης,
που αιώνες χορεύει τώρα και πηδά πα στις φωτιές και τις θράκες κρατώντας στο
κεφάλι τις εικόνες τις αγιωτικές, γεμάτες οίστρο και μανία ευγενική, θεοτικιά.
Οι αναστερνάρηδες, οι σθενάρηδες, οι εικονόληπτοι, οι μανιακοί, οι αιμωποί. ‘Απ
των αιώνων τους αιώνες του Διόνυσου θίασοι βακχικοί, που τις Μαινάδες κυνηγάμε
σαπάτητα δασά βουνά και κάμπους ποτισμένους από ρυάκια τραγουδιάρικα κι
αγιάσματα ιαματικά, ζούμε κει στης Θράκης της μαγεύτρας, της πλανεύτρας τους
μαγεμένους τόπους, οπού το μουσχάρι βόσκει άφοβα με το ζαρκάδι αντάμα, στη
χλοερή παχιά μας γη". (Στους ‘Ορφικούς Δρυμώνες Π. Π.).
Με το ντόπιο της χρώμα, ημπορεί ναναζήση, και να συγκρατηθή, σαν σεπαλξη, αυτό
που αποτελεί το ειδικό μας χρώμα. Το Σουφλί είναι η εστία η λαογραφική, όπου
ανθούν οι λαϊκές τέχνες, οι παραδόσεις, οι πίστεις, το τραγούδι το δημοτικό και
οι μελωδίες, που τις συμμαζεύουν δυο παιδιά της οι κ. Σεϊτανίδης και Βογιατζής,
δάσκαλοι -παιδιά του λάου. - Αυτού η χειροτεχνία ανθεί και χαίρεσαι τα έργα των
χεριών του λαού σε καλλιτεχνήματα λαϊκά, που θαμπώνουν τ θεατή. Εκεί στην
πολιτεία αυτή ημπορεί να καθιερωθή η πανθρακική λαογραφική γιορτή με τον τίτλον
: "Εστία λαϊκών τεχνών και παραδόσεων".
Έτσι θα σωθή το λαϊκό πνεύμα. Σένα μουσείο εκεί μέσα, σένα δημοτικό
σχολείο ημπορεί από τώρα να ιδρυθή, το πρώτο λαϊκό Θρακικό Μουσείο, όπου να
συγκεντρώνωνται τα λαϊκά αριστουργήματα της λαϊκής μας τέχνης, που είναι πολλές
τέχνες, για να τ' αποθαυμάζη ο ξένος, ο περαστικός διαβάτης ο ίδιος ο δημιουργός
λαός. Ο δεσμός μας με τα περασμένα, η νοσταλγία και η ανάμνηση προς τα περασμένα
είναι ένα πολύ σπουδαίο σημάδι, ότι η θρακική ψυχή δεν καταλύεται και δεν
υπάρχει φόβος να καταλυθή ποτέ.
Δ'
ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΗ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ ΣΟΥΦΛΙΟΥ
Ταινιοθήκη υπό σημείον (1)
Δύο τραγούδια Μαντολινάτας.
Ομιλία κ. Σεϊτανίδη, διδασκάλου.
Χορωδία με συνοδεία Μαντολινάτας.
Τραγούδι "Σουλτάνας" με συνοδεία Μαντολινάτας.
Υπό σημείον (2)
Τραγούδια
Αραδαστήτι στου χουρό.
Βίργου Βιργούλαμ.
Μια καλή νοικοκυρά.
Τώρα τα πουλιά, τώρα τα χελιδόνια (Μονωδία γρηάς).
Καλώς ήλθαν οι φίλοι μας.
Τραγούδι κοριτσιών με συνοδεία γκάιντας.
Γκάιντα.
Υπό σημείον (3)
Τραγούδια:
Γιάννη μ' Γιαννάκη μ'.
Τρέχα φίλεργο ρυάκι.
Μαντολινάτα.
Υπό σημείον (4)
Γκάϊντα.
Χορωδία ανδρών Κάτω στη Φραγκιά, Βαρβάρα, έκανα χρυσή κουμπάρα.
" " 40 παλληκάρια κι ένας γεροντάκος.
" " Άντ άμουν παλληκάρι δώδεκα χρονώ.
" " Να μην άκουστούμι στη Φραγκιά κι εμένα Φράγκος μάγαπά.
Αραδιαστήτι στου χουρό, με συνοδεία
Μαντολινάτας.
Υπό σημείον (5)
Χορωδία κοριτσιών με συνοδεία Μαντολινάτας.
Τραγούδι: Ήρθι Μάης κι ανοιξις, ήρθι του καλουκαίρι.
" Σουλτάνα Σουφλιουτούδα.
Ύμνος Σουφλίου. Λόγος κ. Brower.
Μονωδία γρηάς : Στης εκκλησιάς την πόρτα.
Χορωδία ανδρών : 40 παλληκάρια κι ένας γεροντάκος.
Γκάιντα στα τραγούδι "Σουλτάνα" με τον κ. Brower ομιλούντα.
Υπό σημείον (6)
Τραγούδι λαϊκού χοροΰ.
Ό Σειτανίδης εξηγεί τη σημασία του λαϊκού τραγουδιού.
Εθνικός Ύμνος.
Μονωδία (Μαρία).
Υφάντρα.
Απαγγελία "Η χαρά".
Υ. Γ. Από την ταινιοθήκη αυτή μετά τη διάλεξη εξεπέμφθησαν τραγούδια και γκάιντα
"υπό σημειον 2".
Χορός Συρτός
θάρριψι ήταν ρόκα της
πάγουσι.του γιόμα της
Φρίχκι η καρδίτσα της
βλέπ' του τσκάλ' μί του κρασί
ξυπάγουσι του γιόμα της
ξιφρίχκι η καρδίτσα της.
Συρτός
Κάτου στσ' Μπαρμπαριάς τουν κάμπου
τα ψαρούδια έχουν χάρι
τα μυρμίγκια παναγύρι.
Κάλησαν κι μένα νούνου
κάκιωσα κι' γώ δεν πήγα.
Τι να ν' ντίσου κι να πόνου.
πκάμσου δεν είχα να βάνου.
Νταίνου τώνα νταίνου τ' άλλου
Νταίνου τη μπουμπά τσαλβάρα
Αντά βγαίνου κι άγναντεύου
Η λαγός λαλάει τη λύρα.
κ' η αλεπού του τεμπελέκι
κ* η σκαντζόχοιρος η σγουρός
κάμν' τ' χηλώνα με του μάτι.
‘Έλα βράδυ στου κρεββάτι
να φιλήσης μαύρου μάτι
κι στουμπουριασμένου λάκρου.
Χορός Σταυρωτός
‘Αγουρους
που τη Φραγκιά
κόρ' απ' την Ανατολή
ήρθαν κι ανταμώθηκαν
στούν άκλήν τούν πόταμου.
Κόρη τούν παρακαλεί:
-Πέρασι
μεντ' αγόρι μου
πέρα που τουν πόταμο
να παρ' του γκιουρντάνι μου.
-Δεν του θέλω κόρη μου
δεν του καταδέχομι.
ΙΙάλι τουν παρακαλεί:
-Πέρασι
μέντ' αγόρι μου
πέρα που τουν πόταμο
να παρ του ζουνάρι μου.
-Δεν του θέλω κόρη μου
δεν του καταδέχουμι.
Πάλι τουν παρακαλεί:
-Πέρασι
μέντ' αγόρι μου
πέρα που τουν πόταμο
-θα σου δώσω φίλημα
φίλημα κι αγκάλισμα.
Σαν αητός την άρπαξε
πέρα την απέρασι.
-Δόσμου
κόρη μ' του φίλημα,
δόσμου κι τ' αγκάλιασμα.
-Βαστά βαστά γόρη μου,
να φανούν τα σπίτια μας
και τα κεραμίδια μας.
Φάνηκαν τα σπίτια της
και τα κιραμίδια της.
Πάλι την παρακαλεί
-Δόσμου
κόρη, το φίλημα,
δόσμου και τ' αγκάλιασμα.
-Βαστά βαστά γόρι μου
να φανή η μάνα μου
Φάνηκε κι η μάνα της.
Χορός πηδηχτός (από ζουνάρια)
Ένα χρό-Γιάννη μ' Γιαννάκη μ' (δις)
ένα χρόνου κι' ένα μήνα(δις)
στην αγάπη μου δεν πήγα.
Στην αγάπ' Γιάννη μ' Γιαννάκη μ'
στην αγάπη μου δεν πήγα,
ψες πήγα και δεν τη βρήκα.
Ψες πήγα Γιάννη μ' Γιαννάκη μ'
ψες πήγα και δεν την βρήκα
μ' ουπαν πάει στου πανηγυρι
Μούπαν πάει Γιάννη μ' Γιαννάκη μ'
Μ' ούπαν πάει στου πανηγύρι να μου φέρ' χρυσό μαντύλι.
Να μου φέρ Γιάννη μ' Γιαννάκη μ',
να μου φέρ χρυσό μαντύλι
να του δόσω στου κασάπι.
Να του δό Γιάννη μ' Γιαννάκη μ'
να του δόσω στουν κασάπι,
να σφουγγίζη του μασάτι
τ' αργυρό του μαχαιράκι.