
Ο άλλος ήλιος
Olivier Clement
Οι γυναίκες, διανοούμενες και χειραφετημένες, κυριαρχούσαν. Περίμενα με ευχαρίστηση το επιδόρπιο και τη συζήτηση πάνω στο πρόβλημα της ύπαρξης του Θεού. Οι θείες μου ήταν υπέρμαχες του θεϊσμού, στη γραμμή της παράδοσης του Ιουλίου Φερρύ. Ενώ οι γονείς μου, διευθυντές σχολείου κι αυτοί, είχαν γίνει άθεοι με τη μορφή της στράτευσης. Κανένας δε θύμωνε. Κανένας δεν προσπαθούσε να πείσει. Η συζήτηση έμοιαζε περισσότερο με φιλική μουσική. Κι o Θεός παράμενε o πιο ξένος στο βάθος του διαλόγου. Η φωνή δε χαμήλωνε, δεν κυμάτιζε, παρά μονάχα για τα μυστήρια της αγάπης, της πολιτικής και της αρρώστιας. Προ πάντων όταν γινόταν λόγος για τη φυματίωση (δε θάπρεπε η «μικρή» να παντρευτεί έναν φυματικό) και για τη διανοητική καθυστέρηση... Το υπέρτατο «Ον», αρκετά άρρωστο, μια και φαινόταν ανίκανο να τα τακτοποιήσει όλα κι αρνιόταν να κάνει παντού θαύματα, όπως λένε πως έκανε και κάνει στη Λούρδη, το «Ον» φάντασμα, χάνεται ανάμεσα στο άρωμα του καφέ και στο κουδούνισμα των πιατικών. Αυτές οι συζητήσεις δε μου άφησαν τίποτα. Ήταν o θόρυβος μιας απουσίας. Πιο σημαντικές αποδεικνύονταν οι σιωπές.
Το μητρικό σχολείο -που εκεί έμενε μια απ' τις θειές μου- την Κυριακή το απόγευμα ή την Πέμπτη δεν ήταν παρά μια πελώρια σιωπή. Τα παιδιά, που φώναζαν και χειρονομούσαν, είχαν κατά κάποιο τρόπο λαξέψει τη σιωπή. Στο τέλος της άνοιξης, περίμενα την κραυγή του βραδινού. Χιλιάδες σπουργίτια χτυπιόνταν πάνω στα πλατάνια και στις ακακίες της αυλής. Όταν η νύχτα σταματούσε να σταλάζει μέσα στο χαλαρό σπερνό κι άναβε το πρώτο αστέρι, όλοι οι σπουργίτες άρχιζαν να τιτιβίζουν. Τα δέντρα πετούσαν σκιερές σπίθες και κραυγές. Στον πρώτο καιρό του Χριστιανισμού -τόμαθα αργότερα- σκέφτονταν, πως σ' ορισμένες ώρες τα ζώα δίνονταν στην προσευχή.
Τότε έπαιρνα τη μοτοσυκλέττα μου και πήγαινα προς τη θάλασσα.
Μικρό απόσπασμα από το βιβλίο Ο άλλος ήλιος, του Olivier Clement με μετάφραση του Μητροπολίτη Αττικής και Μεγαρίδος Νικόδημου.
ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ
ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ