|
ΣΥΡΟΣ
Έτσι κατά τα τέλη του 18ου αι. η Σύρα εξακολουθούσε να είναι το προπύργιο του καθολικισμού μέσα στις Κυκλάδες και είχε πολλούς κληρικούς, 40-50, μερικοί από τους οποίους είχαν κάνει τις σπουδές τους στην Ρώμη ή σε άλλα μέρη της Δυτικής Ευρώπης. Πολλοί απ' αυτούς δίδασκαν στους νέους ανάγνωση, γραφή και τα πρώτα στοιχεία της θρησκείας και είχαν κάνει το νησί φυτώριο των ιερωμένων της Ανατολής: σε όλα σχεδόν τα λιμάνια της, όπου υπήρχε πρόξενος της Γαλλίας, συναντούσε κανείς και ένα καθολικό ιερέα από την Σύρα. Σύγχρονα οι 25 μοναχοί του τάγματος των καπουκίνων και άλλες τόσες του Αγίου Ιακώβου (Jecobines) συμπλήρωναν την εικόνα της καθολικής εκείνης εστίας.
Εδοκίμασαν και τους δύο τρόπους, αλλά στα σοβαρά ενδιαφέρθηκαν μόνο για την εγκατάσταση των καθολικών μοναχών. Ίσως γιατί προς αυτήν την λύση τους ωθούσαν και οι λίγοι καθολικοί του νησιού. Πράγματι, στα 1765, ύστερ' από αλλεπάλληλες γραπτές αιτήσεις των Παριανών, έρχονται από την Νάξο στην Νάουσα δύο καπουκίνοι, ο Σεραφείμ de Riom και ο Ιλαρίων de Vitelle, που μαζί με τον ηγούμενο Φραγκίσκο d' Aras αγόρασαν τον ορθόδοξο ναό του Αγίου Αθανασίου και αμέσως άνοιξαν σχολείο στο σπίτι, όπου κατοίκησαν.
ΠΑΡΟΣ
Οι χριστιανοί και των δύο δογμάτων ζουν ειρηνικά και συχνές είναι οι επιγαμίεςμεταξύ τους, οι οποίες συντελούν στην αρμονική αυτή συμβίωση. Είναι περίεργο ότι οι ιησουίτες δεν παρουσιάζονται -στα φανερά τουλάχιστο- να εμποδίζουν την φιλική αυτή αναστροφή, που, όπως είναι πρόδηλο, απειλεί την καθολική μειονότητα. «Οι μισσιονάριοι, γράφει ο Tarillon, προσπαθούν και αυτοί να συντηρούν την καλή αυτή επικοινωνία και να εργάζωνται για την σωτηρία όλων».
Δηλωτικό του ανεκτικού πνεύματος που επικρατούσε στο νησί ήταν ότι ως τα τέλη του 18ου αι. ο καθολικός ιερέας λειτουργούσε και τελούσε όλες τις ενοριακές ακολουθίες, χωρίς κανείς ορθόδοξος να τον εμποδίζη. Κοινή μάλιστα λειτουργία γινόταν το Μεγάλο Σάββατο και στις 16 Αυγούστου μέσα στον αρχαιότερο και πολυτελέστερο ναό των ορθοδόξων, στο γνωστό μοναστήρι της Εκατονταπυλιανής, όπου κατά παλαιότατη παραχώρηση είχαν ιδρύσει οι καθολικοί ιερό βήμα προς τιμή του αγίου Αντωνίου του Παταβίνου. Πηγαίνοντας προς το μοναστήρι, δεξιά, υπήρχε μονή των καπουκίνων με καλοκτισμένη εκκλησία και ωραίο κήπο. Οι δυο μοναχοί του στα 1700 αποζούσαν από τις ελεημοσύνες και δίδασκαν ελληνικά και Ιταλικά.
Σχετικά με την αλληλοανοχή ορθοδόξων και καθολικών την εποχή αυτή ενδιαφέροντα είναι όσα ήταν γραμμένα σε παλιό σημείωμα: «Συνήθεια παλαιά ήτον ότι την ημέρα της Αγίας Δωρεάς να πηγαίνουσι όλοι οι ιερείς των Ρωμαίων εις την λειτουργίαν ακολουθόντας εις την λιτήν όπου γίνεται εις την Χώραν· ομοίως οι κληρικοί να παραστέκουνται εις την λειτουργίαν του Αγίου Αντωνίου όπου είναι ο τιτουλάριος του ιδίου βήματος· και δια ανταπόκρισιν της αρχοντίας επήγαινεν πάλιν ο βικάριος με όσους ιερείς ήθελεν ευρεθούσι Λατίνους εις την λιτήν ήγουν εις τον επιτάφιον του μεγάλου σαββάτου και του επιταφίου της Παναγίας δεκαπενταυγούστου με όλους του τους εφημερίτας, δίδοντας ακόμη άδειαν των εφημερίτων του να ακολουθούσιν εις όλαις τις άλλαις λίταις του χρόνου των Ρωμαίων».
ΑΝΔΡΟΣ
Μολαταύτα, οι μισσιονάριοι αγωνίζονται σκληρά. Συγκεκριμένα οι ιησουίτες -παρά τις πρόσκαιρες επισκέψεις τους στο νησί- με τις θερμές διδασκαλίες και τα κηρύγματά τους αφήνουν βαθιές εντυπώσεις στον λαό και στους άρχοντες, στους άρχους, όπως τους ονομάζουν. Οι ιεραπόστολοι εντυπωσιάζονται μάλιστα τόσο από την ευγένεια, την καλοσύνη, την φιλοξενία και την θρησκευτική ανοχή των νησιωτικών αυτών πληθυσμών, ώστε ένας από αυτούς αναφωνεί· «Queln bien ne ferait-on pas dans ces vastes contrees, si nous etions sevourus d'un plus grand nombre d'ouvriers evageliques!».
ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ
… και ορθόδοξοι ζουν αρμονικά, μέσα σε μια ατμόσφαιρα θρησκευτικών δοξασιών με έντονο χρώμα, ποικίλων άλλων λαϊκών παραδόσεων, ηθών και εθίμων, δεισιδαιμονιών κ.λ.π. . Στα 1704 όμως σημειώνονται ορισμένες προστριβές, αλλά είναι πρόσκαιρες και η γαλήνη βασιλεύει και πάλιν ανάμεσα στους οπαδούς των δύο δογμάτων. Οι ιησουίτες διατηρούν σχολείο και ταξιδεύουν στα γύρω νησιά Ίο, Αμοργό, Φολέγανδρο, Σίκινο και Ανάφη και κάνουν κηρύγματα και διδαχές.
ΤΗΝΟΣ
Σε όλες τις ορθόδοξες εκκλησίες του υπήρχε βήμα για τους δυτικούς ιερείς, από το οποίο ελεύθερα ανέπτυσσαν τις ιδέες τους για τα αμφισβητούμενα σημεία των δύο δογμάτων. «Κατά τας επισήμους εορτάς και παρατάξεις, έγραφε ο ιστορικός του τόπου Δρόσος, συνεκκλησιάζετο αμφοτέρων των δογμάτων ο κλήρος, εν δε τω εισέρχεσθαι εν τω ναώ, οι του ανατολικού ιερείς προπορευομένου του αρχιπρεσβυτέρου απεκάλυπτον την κεφαλήν των παρά τα νενομισμένα της θρησκείας των· τελουμένης δε της λειτουργίας ο υποδιάκονος Λατίνος έψαλλε την πράξιν του Αποστόλου, την οποίαν επανελάμβανεν έπειτα ο Ανατολικός διάκονος· το ίδιον και εις την απαγγελίαν του Ευαγγελίου». Η αλληλοανοχή αυτή των οπαδών των δύο τον δογμάτων ήταν ο κύριος λόγος που έφερνε τον ένα κοντά στον άλλο και ευνοούσε τα μεικτά συνοικέσια.
ΧΙΟΣ
«Οι ιερείς οι παπισταί, όπως γράφει ο Υψηλάντης, εβάπτιζον τα ορθόδοξα νήπια και εξωμολόγουν τούς ορθοδόξους μόνον εν τω ψυχορραγείν. Δακρυρροούντες και δωροδοκούντες οι ορθόδοξοι εδεήθησαν να επιστραφούν αυτοίς αι εκκλησίαι των, αλλ' ουκ εισηκούσθησαν, και εβιάζοντο λειτουργείσθαι εις τας παπικάς εκκλησίας, και τούς αντιλέγοντας επαίδευον ως αποστάτας της αριστοκρατίας, και παντί τρόπω εβίαζον τούς ορθοδόξους αναδέξασθαι τον παπισμόν».
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση ενός ομαδικού προσηλυτισμού 80 ορθοδόξων του χωριού Δαφνώνας, οι οποίοι στην αλληλογραφία των καθολικών αναφέρονται ως neofotisti και neofiti. Τέλος η αρμονική συμβίωση αποκαθίσταται και πάλιν, πολλές μάλιστα εκκλησίες μέσα στην πόλη και στην ύπαιθρο εξυπηρετούν τις κοινές πνευματικές ανάγκες των κατοίκων των δύο δογμάτων (το δεξιό κλίτος για τούς ορθοδόξους και το αριστερό για τούς καθολικούς) και τελούνται μεικτοί γάμοι, οι οποίοι όμως απορροφούν βαθμιαία την μειοψηφία.
Μέσα σ' αυτό το περιβάλλον αποβιβάζονται στα 1592 οι ιησουίτες, αποκτούν δική τους εκκλησία, του Αγ. Αντωνίου Αββά, στην Απλωταριά και ιδρύουν σχολείο. Θερμή η ανταπόκριση των εντοπίων: 250 περίπου οι μαθητές, από τούς οποίους 12-13 καλογεροπαίδια. Μερικοί πού ζητούσαν να γίνουν μέλη του ιησουϊτικού τάγματος στέλλονται στην Μεσσήνη στην Ρώμη, για να υπηρετήσουν ως δόκιμοι και να εξακολουθήσουν εκεί τις σπουδές τους. Απ' αυτούς άλλοι μένουν στην Ιταλία και άλλοι ξαναγυρίζουν στην Χίο ή στέλνονται στα άλλα νησιά του Αιγαίου ως θερμοί κήρυκες του καθολικισμού.
…ο στρατευόμενος καθολικισμός ενισχύεται στις αρχές του 1627 με την άφιξη δύο καπουκίνων. Μολαταύτα δεν αργούν να δυσαρεστηθούν οι ιησουίτες και να σημειωθούν μεταξύ τους φιλονικίες και έριδες. Παράλληλα δρουν και μοναχές, δομηνικανές, φραγκισκανές κ.λ., πού διοικούνται κατά τις οδηγίες των πατέρων των αντίστοιχων ταγμάτων. Οι μισσιονάριοι της Χίου με τον ζήλο της πρώτης ορμής είχαν τόσο μεγάλες επιτυχίες στο νησί, ώστε να θεωρούν ότι ζήτημα χρόνου ήταν η επιβολή του καθολικισμού εκεί, καθώς και στις άλλες ελληνικές χώρες. Ο ορθόδοξος επίσκοπος του νησιού, καθώς και της Σκύρου, δείχνονται ευνοϊκοί απέναντι των Λατίνων πατέρων. Φραγκισκανοί λοιπόν, δομηνικανοί, ιησουίτες και καπουκίνοι, όλοι σχεδόν Χιώτες, αναπτύσσουν αξιοθαύμαστη δραστηριότητα: λειτουργούν τακτικά στις εκκλησίες τους, κάνουν κηρύγματα στα ιταλικά και στα ελληνικά (στην δημοτική), διδάσκουν κατήχηση κάθε μέρα στα σχολεία και στο κοινό τις Κυριακές πού δεν κάνουν κήρυγμα κ. λ. Το εκκλησιαστικό στάδιο συγκινεί αρκετούς νέους ως την καταστροφή του νησιού στα 1822.
Οι πρόοδοι αυτοί του καθολικισμού στο ειδυλλιακό νησί, στην «μικρή Εδέμ, στον κήπο του Αρχιπελάγους», όπως το ονομάζει ο Ιησουίτης Carayon, είχαν κάνει τόση εντύπωση στην Αγία Έδρα ώστε ν' απασχολή σοβαρά την Congregazione di propaganda η ίδρυση ενός παπικού κολλεγίου στην Χίο. Το έργο αυτό του καθολικισμού ήταν πρότυπο και κίνητρο για τούς ιησουίτες των άλλων νησιών. Ήταν μια πραγματικότητα και οι ορθόδοξοι δεν τολμούν ν' αντιδράσουν. Οι σχέσεις των πιστών των δύο δογμάτων ήταν αρμονικές. Σπάνιες οι διαταραχές. Πάμπολλοι ορθόδοξοι (ακόμη και ιερείς) εμπιστεύονταν τα παιδιά τους στα σχολεία των ιησουιτών ή εξομολογούνταν σ' αυτούς.
ΝΑΞΟΣ
Οι ιησουίτες με την μειλίχια και ευγενική στάση τους προσπαθούν και κατορθώνουν να κερδίσουν την αγάπη και την εύνοια των ορθοδόξων ιερέων και επισκόπων, ώστε να τους επιτρέπουν να κάνουν κηρύγματα και κατήχηση μέσα στις εκκλησίες τους. «Οι συνηθισμένες μας απασχολήσεις, γράφει στα 1714 ο αποστολικός επισκέπτης Tarillon, στο Κάστρο είναι τα κηρύγματα της Σαρακοστής και του Σαρανταήμερου στην μητρόπολη και στην εκκλησία μας, όπου το ακροατήριο αποτελείται από Λατίνους και Έλληνες, οι διδαχές στις συναθροίσεις του Σαββάτου και οι κατηχήσεις των αγοριών την Κυριακή και των κοριτσιών την Δευτέρα. Εκτός απ' αυτά έχουμε μια μεγάλη τάξη παιδιών των Λατίνων και των Ελλήνων, όπου οι νέοι κληρικοί ανατρέφονται ξεχωριστά. Κάθε Παρασκευή, μετά το γεύμα, ένας από τούς πατέρες μιλεί στην μητρόπολη για διάφορα θέματα συνειδήσεως και ο αρχιεπίσκοπος είναι παρών πάντοτε με τον κλήρο του. Ο πατήρ εξηγεί πρώτα τα ζητήματα, έπειτα ο καθένας προβάλλει τα προβλήματά του».
Η φιλάνθρωπή τους μάλιστα συμπεριφορά απέναντι των φτωχών και ασθενών, σε οποιοδήποτε θρησκευτικό δόγμα και αν ανήκαν, ήταν χτυπητή, ιδίως σε καιρούς επιδημιών και πολιτικών ανωμαλιών. Γι' αυτό η παρουσία τους δεν ήταν δυσάρεστη στους ορθοδόξους. Στις θρησκευτικές τους γιορτές ήταν παρών και ο ίδιος ορθόδοξος κλήρος ή και συχνά έπαιρνε ενεργό μέρος. Πολύ γραφική μάλιστα εικόνα παρουσίαζε η πομπή των ορθοδόξων, όταν με τον σταυρό, τα λάβαρα, τα εξαπτέρυγα και με τις ψαλμωδίες προϋπαντούσαν έξω από το χωριό τους τον αποστολικό επισκέπτη ή άλλον καθολικό επίσημο. Οι μητροπολίτες και οι παπάδες της Νάξου είναι φιλελεύθεροι στις σχέσεις τους με τούς καθολικούς: τούς αφήνουν να κηρύσσουν στις εκκλησίες, κάποτε μάλιστα τούς παρακαλούν, αλλά είναι αφοσιωμένοι στην ορθοδοξία και δεν δέχονται καμία αλλαγή στο δόγμα τους ή καμιά αυθαιρεσία σε βάρος της εκκλησιαστικής τους περιουσίας.
ΠΕΡΑΝ
Το σχολείο ιδίως είναι ένα μεγάλο και δραστικό όπλο στα χέρια των Ιησουιτών. «... Έπιασαν τα παιδιά, γράφει ανήσυχος ο πατριάρχης Λούκαρις, και με το μέσον των παιδίων κλέπτουσι τας γνώμας των πατέρων τους». Ανάμεσα στους μαθητές τους ήταν και ορθόδοξοι ιερωμένοι, ο κατόπιν μητροπολίτης Βεροίας Κύριλλος, ο γνωστός αργότερα για τα φιλοκαθολικά του αισθήματα οικουμενικός πατριάρχης, ο μητροπολίτης Ρόδου Παχώμιος, ο μητροπολίτης Τραπεζούντας Κύριλλος και ο λατινόφιλος ιερομόναχος Θεσσαλονίκης Νικόδημος, γνωστός και από το στιχούργημά του για την Δ' Σταυροφορία, όπου παρουσιάζει τούς σταυροφόρους ως τιμωρούς της βυζαντινής αναρχίας. Ο πιο μεγάλος όμως σύμμαχος των Ιησουιτών στις προσπάθειές τους αυτές (1611-1613) ήταν ο Νικηφόρος Μελισσηνός, ανεψιός του Μονεμβασίας Μακαρίου Μελισσηνού. Ο Νικηφόρος, μαθητής τού ελληνικού κολλεγίου της Ρώμης και αργότερα εφημέριος της ορθόδοξης εκκλησίας της Νεάπολης, ενίσχυσε το έργο των ιεραποστόλων θετικά με τα φιλοκαθολικά του κηρύγματα και με την προσηλυτιστική του προπαγάνδα. Η δράση των ιησουιτών στο Πέραν, όπως αργότερα και των καπουκίνων, απλώνεται και ανάμεσα στις χιλιάδες των χριστιανών σκλάβων, πού βρίσκονται τις χώρες της Ανατολής και στην Κωνσταντινούπολη, ιδίως ανάμεσα στους κρατουμένους στον τουρκικό ναύσταθμο (Bagno).
ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ (!)
Τότε η Congregatio ενδιαφέρθηκε ζωηρά να επεκτείνη την δραστηριότητά της και προς το Άγιον Όρος με την μεσολάβηση Ελλήνων ενωτικών, μαθητών του κολλεγίου του Αγίου Αθανασίου. Ίσως επειγόταν μάλιστα, γιατί οι ιδέες του Λουθήρου και του Καλβίνου είχαν πιάσει εκεί κάποιες ρίζες. Προηγείται η αποστολή του Αλεξάνδρου Βασιλοπούλου στο Άγιον Όρος (28 Δεκεμβρίου 1626) με καθαρά διερευνητικό χαρακτήρα. Αποτέλεσμα: η Congregatio θεωρεί απαραίτητη την ανάγκη να ιδρυθή εκεί ένα σχολείο της ελληνικής και λατινικής γλώσσας. Το ζήτημα αυτό το συζητεί στα 1628 με τον πρόεδρο της Congregatio καρδινάλιο Bandini ο ηγούμενος της μονής Βατοπεδίου Ιγνάτιος, πού επισκέπτεται την Ρώμη και τα θρησκευτικά της ιδρύματα. Σχέδιο όμως των επικεφαλής των καπουκίνων Peres Joseph και Leonard ν' αποστείλουν μερικούς μισσιοναρίους του τάγματός των στην Θεσσαλονίκη και στο Άγιον Όρος δεν πραγματοποιείται, γιατί οι μοναχοί οι προορισμένοι για την αποστολή αυτή, οι οποίοι ήταν και οι πιο προχωρημένοι στην ελληνική γλώσσα, δεν μπόρεσαν ν' ανθέξουν στον πειρασμό να γυρίσουν πίσω στην Γαλλία, «per capricii et disgusti senza fondamento», όπως έγραφαν στις 1 Μαρτίου 1633 οι δύο αρχηγοί στον καρδινάλιο Ingoli.
Έτσι την οργάνωση του σχολείου την αναλαμβάνει ο αποστολικός μισσιονάριος και ιερέας Νικόλαος Ρώσης από το Ναύπλιο, πού είχε φοιτήσει στο κολλέγιο του Αγίου Αθανασίου (από τις 6 Δεκεμβρίου 1624 κε.), είχε σπουδάσει γραμματική, ρητορική, φιλοσοφία και κατόπιν δυό χρόνια θεολογία. Πραγματικά ο Ρώσης από το φθινόπωρο του 1635 παραδίδει μαθήματα στο Πρωτάτο (στα 1638 οι μαθητές ανεβαίνουν στους 21) μέσα σε ανεκτική ατμόσφαιρα, στρέφεται εναντίον του καλβινισμού, συζητεί με εξέχοντες φιλενωτικούς ηγουμένους και πρώην πατριάρχες για διάφορα θρησκευτικά θέματα, και ιδίως για την ένωση των εκκλησιών. Μάλιστα ο πρώην πατριάρχης Αθανάσιος Πατελλάρος, πικραμένος του πετά τα λόγια ότι θα προχωρήση στην ένωση των εκκλησιών, αν ξανανεβή στον θρόνο.
[…] Ήδη ένα χρόνο νωρίτερα, στα 1644, η μονή της Λαύρας χαρίζει στον πατέρα d' Autry μιά μικρή ερειπωμένη εκκλησία μέσα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, αλλά η αμέλεια του Γάλλου προξένου να του συμπαρασταθή και ο τουρκοβενετικός πόλεμος εμπόδισαν την επισκευή της.
ΣΜΥΡΝΗ
Γενικά κατά τα μέσα του 17 αι. η Σμύρνη θεωρείται η μόνη πόλη της Τουρκίας, που η άσκηση της λατρείας των χριστιανών, ορθοδόξων και Καθολικών, γίνεται με την μεγαλύτερη ελευθερία, ώστε οι θρησκευτικές πομπές των καθολικών να περνούν ήσυχα μέσα από τούς δρόμους. Η ελευθερία έφθανε σε τέτοιο σημείο, ώστε μερικοί ορθόδοξοι την Μεγάλη Πέμπτη κατά την περιφορά του Επιταφίου ν' αυτομαστιγώνωνται ή να ξεσχίζουν τις σάρκες τους από τούς ώμους ως την μέση τους τόσο άγρια, ώστε να τούς πλημμυρίζουν τα αίματα. Η μεγάλη αυτή πόρτα της απέραντης και άγνωστης Ανατολής, προσφέρει στους μισσιοναρίους «ένα ευρύχωρο πεδίο, όπου έχει κανείς πολλές σοδειές», όπως γράφει αργότερα (αρχές 18 αί) παραστατικά ανώνυμος μισσιονάριος προς τον Pere Fleuriau. Στα 1627 εγκαθίστανται και καπουκίνοι στην Σμύρνη , οι οποίοι εξομολογούν τούς ορθοδόξους και ελεύθερα κηρύττουν τον θείο λόγο στις εκκλησίες τους. Ορισμένοι μάλιστα, εφοδιασμένοι με ειδικές άδειες του οικουμενικού πατριαρχείου, εισδύουν στο εσωτερικό και διατρέχουν ολόκληρη την Μ. Ασία
Πιο άνετα και καλύτερα αισθάνονται οι μισσιονάριοι έξω από την πρωτεύουσα την γεμάτη από τις αναμνήσεις της ορθοδοξίας και από τα φαντάσματα του παλαιού βυζαντινού κόσμου, πού εξακολουθούσαν να τριγυρίζουν μέσα στα ερείπια. Έτσι π.χ. στην Σμύρνη, στο μεγάλο διεθνές εμπορικό κέντρο, με την πολυμελή καθολική κοινότητα, η ελευθερία κινήσεων και προπαγάνδας ανάμεσα στους 20.000 Έλληνες είναι μεγαλύτερη. Πολλά παιδιά φοιτούν στα σχολεία των ιησουιτών και πολλοί παρακολουθούν την θεία λειτουργία στην εκκλησία τους.
ΕΥΒΟΙΑ
Στα μέσα του 17 αι. εκτελεί ολομόναχος τα ιερατικά του καθήκοντα μέσα στο μεγάλο νησί ο Pere Francois Lucas με επιτυχία και ζητεί την συνδρομή και άλλων για ν' ανταποκριθή στο παρηγορητικό του έργο. Σ' αυτόν εξομολογούνται και Έλληνες ακόμη.
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Στην Θεσσαλονίκη οι ιησουίτες νοικιάζουν ένα σπίτι στην συνοικία του Αγ. Αθανασίου, στήνουν να βήμα και μέσα στο θρησκευτικόν αυτό περιβάλλον διδάσκουν τα ελληνόπουλα, πού πρόθυμα έτρεχαν να ικανοποιήσουν την δίψα της φιλομάθειάς τους.
Επίσης και στην Θεσσαλονίκη υπάρχουν κάποια καλά στηρίγματα για την εξάπλωση του καθολικού δόγματος: είναι οι ευρωπαίοι έμποροι, οι οποίοι ως τις αρχές του 18ου αι. δεν είχαν δική τους εκκλησία και αναγκάζονταν να εκκλησιάζονται στο σπίτι του προξένου με ιησουίτες λειτουργούς. Λίγο αργότερα οι Ιησουίτες, για να εξαπλώσουν την δραστηριότητά τους ανάμεσα στους ορθοδόξους, κτίζουν ένα παρεκκλήσι, ανοίγουν σχολείο μέσα στην κατοικία τους, στην συνοικία του Αγίου Αθανασίου, και διδάσκουν δωρεάν τα ελληνόπουλα, πού προσέρχονται πρόθυμα για να φωτιστούν. Επίσης κατορθώνουν να κτίσουν νέο παρεκκλήσιο στο όνομα του Αγίου Λουδοβίκου (1706), πού γίνεται ο πυρήνας της καθολικής εκκλησίας στον φραγκομαχαλά.
ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑ
Αν εξαιρέσουμε τούς μοναχούς αυτούς, ο εντόπιοι ορθόδοξοι κληρικοί ήταν ανεκτικοί και οι σχέσεις τους με τούς μισσιοναρίους μάλλον αγαθές: τούς επέτρεπαν να λειτουργούν στις εκκλησίες τους και έρχονταν ελεύθερα να τούς ακούσουν ή τούς άφηναν, αλλά συχνά τούς καλούσαν να κηρύττουν τον θείο λόγο κατά την μέθοδο του ιδρυτή του τάγματος Ιγνατίου Loyola (1495 - 1556) (τα κηρύγματά τους τα παρακολουθούσαν και οι ίδιοι ακόμη οι ορθόδοξοι επίσκοποι) και να εξομολογούν. Έτσι μέσα στους ορθόδοξους ναούς υπήρχαν και Ιερά βήματα κατά τον λατινικό λειτουργικό τύπο, τα οποία σώζονταν ως τις αρχές ακόμη του 19 αί. Η ελευθερία των μισσιοναρίων έφθανε κάποτε ως την πρόκληση. «Όταν θαρρετά κηρύσσουμε τον λόγο τού θεού, ομολογεί ο Pere Richard, μέσα στις εκκλησίες των Ελλήνων, καταδικάζουμε τα σφάλματά τους με ελευθερία και προσπαθούμε με όλα τα δυνατά μέσα να τούς επαναφέρουμε στην υποταγή της Αγίας Έδρας».
Οι Κυκλαδίτες, επηρεασμένοι από το μακροχρόνιο φραγκικό περιβάλλον, πού είχε συνυφάνει καθολικούς και ορθοδόξους μέσα στην ίδια θρησκευτική και πολιτική ατμόσφαιρα, ζουν μέσα σε ειρηνική συμβίωση τις θρησκευτικές ιδέες και τα λειτουργικά ήθη και έθιμα της καθολικής εκκλησίας, δεν αντιδρούν ή δείχνουν μικρές αντιδράσεις σε ορισμένα ζητήματα διαφορών με την ορθόδοξη εκκλησία ή και δεν συνειδητοποιούν τις διαφορές αυτές. Έτσι π. χ. Έλληνες της Χίου και των Κυκλάδων παρακολουθούν με μεγάλο ενδιαφέρον, συμμετέχουν ψυχικά, θα έλεγε κανείς, στην γιορτή της Αγίας Δωρεάς (S. Sacrement), όταν η υποβλητική λιτανεία περνά μέσα από τούς δρόμους. Κανείς ορθόδοξος δεν εργάζεται ή δεν τολμά να εργαστή την ημέρα εκείνη. Πολλοί ξαπλώνονται κατά γης για να περάση το αρτοφόριο από πάνω τους οι άρρωστοι πιάνουν θέσεις στους δρόμους, απ' που θα περάση η πομπή και παρακαλούν μεγαλόφωνα τον Χριστό να τούς θεραπεύση. Όλοι φιλούν με σεβασμό το σκεύος και το εγγίζουν με λουλούδια και κλαδιά μυρτιάς, πού τα φέρνουν έπειτα στα σπίτια τους και τα σκορπίζουν στα κτήματά τους. Επίσης σε στιγμές κρίσιμες δεν παραλείπουν οι ορθόδοξοι και οι καθολικοί ιερείς να ενώσουν τις δεήσεις τους στον Θεό, για να πετύχουν το ποθούμενο, όπως π. χ. με κοινή λιτανεία στην Σαντορίνη για να παρακαλέσουν τον Θεό να βρέξη. Η συστηματική διερεύνηση των αμοιβαίων σχέσεων αποτελεί ενδιαφέρον θέμα της ιστορίας του νέου ελληνισμού.
Έτσι ο προϊστάμενος της ελληνικής κοινότητας Βενετίας μητροπολίτης Φιλαδελφείας Γαβριήλ Σεβήρος (1541 - 1616)2, μολονότι φανατικός πρόμαχος της ορθοδοξίας και των παραδεδομένων, νομίζει ότι θα έπρεπε ν' αποφεύγεται η χρήση ορισμένων εκκλησιαστικών βιβλίων της ανατολικής εκκλησίας που έθιγαν τους καθολικούς, προ πάντων η ακολουθία του Γρηγορίου του Παλαμά, και τα άλλα ν' αποκαθαρθούν από ορισμένες δυσφημιστικές εκφράσεις.
|