Ο ΓΕΝΝΑΔΙΟΣ ΚΗΡΥΣΣΕΙ
ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗΝ ΤΩΝ ΘΥΣΙΩΝ
Αρχαί Ιουνίου 1826. Το Μεσολόγγιον έχει πέσει -ευγενής απαρχή της ελευθερίας - και οι ηρωϊκοί του πρόμαχοι, όσοι διέφυγον τας φλόγας και τους εχθρούς, τραγικά θύματα του λιμού, της ταλαιπωρίας και του απελπισμού, έχουν συρρεύσει ανά χιλιάδας εις το Ναύπλιον. Ζητούν από την Κυβέρνησιν, ως μόνον αμοιβήν της ενδόξου θυσίας των, άρτον ξηρόν, δια να τραφούν, και πυρίτιδα, δια να πολεμήσουν. Αλλ' η Κυβέρνησις είναι περίτρομος και κρύπτεται. Και οι πολίται, περίτρομοι και αυτοί, περιμένουν από στιγμής εις στιγμήν να αρχίση η αρπαγή.
Δοκιμάζει η Κυβέρνησις να φέρη βοήθειαν από τους «ατάκτους» του Ίτς-Καλέ, αλλά και αυτοί δεν έχουν λάβει τον μισθόν των και είναι εξαγριωμένοι. Το Ταμείον είναι κενόν και φοβερά κατάστασις έχει παραλύσει όλων τα νεύρα.
Το ολοκαύτωμα του Μεσολογγίου εφάνη επί της Ελλάδος ως επικήδειος λαμπάς του αγώνος της. Η Ρούμελη, μετά την πτώσιν του προμαχώνος της, ησθάνθη τας δυνάμεις της εξηντλημένας απέναντι του εχθρού. Την Πελοπόννησον ελεηλάτουν οι Αιγύπτιοι χωρίς να συναντούν καμμίαν αντίστασιν. Ο κίνδυνος ήτο περί των όλων. Και επέκειτο γενική καταστροφή και διάλυσις των πάντων, αν δεν απεστέλλετο στρατός να αναχαιτίση τους εχθρούς και να εμψυχώση τους μαχητάς της ελευθερίας. Τότε την κατάστασιν σώζει ο διδάσκαλος του Γένους Γεώργιος Γεννάδιος ο οποίος και προ του Αγώνος και κατόπιν υπήρξεν ο επιφανής καθηγητής των Ελληνικών γραμμάτων και συγγραφεύς χρησιμωτάτων διδακτικών και άλλων βιβλίων. Υπήρξεν επίσης και ο δραστήριος ιδρυτής σχολείων, ορφανοτροφείων, άλλων ιδρυμάτων κοινής ωφελείας και αυτής της Δημοσίας Βιβλιοθήκης και του Νομισματικού Μουσείου.
Κατόπιν μυστικής συνεννοήσεως με την Κυβέρνησιν, συγκαλεί εις τας 8 Ιουνίου τον λαόν και τους πειναλέους και απειλητικούς στρατιώτας εις την πλατείαν του Πλατάνου και ομιλεί προς αυτούς με την στεντορείαν φωνήν του :
- Η Πατρίς καταστρέφεται, ο αγών ματαιούται, η ελευθερία εκπνέει. Απαιτείται βοήθεια σύντομος. Πρέπει οι ανδρείοι αυτοί, οι οποίοι έφαγαν πυρίτιδα και ανέπνευσαν φλόγας και ήδη μας περιστοιχίζουν αργοί και πεινώντες, πρέπει να σπεύσουν, όπου νέος κίνδυνος τους καλεί. Προς τούτο απαιτούνται πόροι και οι πόροι λείπουν. Αλλ' αν θέλωμεν να έχωμεν πατρίδα, αν είμεθα άξιοι να ζώμεν άνδρες ελεύθεροι, ευρίσκομεν πόρους. Ας δώση ο καθείς ό,τι έχει και δύναται. Ιδού η πενιχρά εισφορά μου. Ας με μιμηθή όποιος θέλει.
Και ενώ εχειροκρότει το πλήθος, κατέθεσε τας μικράς του οικονομίας: οκτώ αγγλικάς λίρας.
- Αλλ' όχι, συνέχισεν. Η εισφορά αυτή είναι ασήμαντος. Άλλα χρήματα δεν έχω να δώσω, έχω όμως τον εαυτόν μου· και ιδού, τον πωλώ! Ποιος θέλει επί τέσσαρα έτη διδάσκαλον δια τα παιδιά του; Ας καταβάλη ενταύθα το τίμημα. Η γενναιοφροσύνη αυτή του Γενναδίου τόσον συνεκίνησε και ενεθουσίασε μικρούς και μεγάλους, πλουσίους και πτωχούς, ώστε, κλαίοντες, όλοι έσπευσαν να καταθέσουν ό,τι είχον. Άλλοι καταθέτουν χρήματα· ο Δημήτριος Υψηλάντης τα χρυσά και αργυρά του όπλα, τα οποία ήσαν και η μόνη περιουσία του. Πολλοί τον μιμούνται. Άλλοι καταθέτουν κοσμήματα, δεν υστερούν δε ουδέ αυτοί οι ρακένδυτοι και μέχρι προ ολίγων λεπτών απειλούντες γενική λεηλασίαν στρατιώται. Εντός ελαχίστης ώρας συλλέγονται αρκετά δια την εξυπηρέτησιν των πρώτων και μάλλον επειγουσών αναγκών. Και απεφασίσθη να συγκεντρωθούν και την επομένην ημέραν, οπότε θα. προσηύχοντο και αι γυναίκες δια να προσφέρουν και αυταί την συνδρομήν των. Λίαν πρωΐ επερίμενεν ο διδάσκαλος, αλλά γυναίκες, πλήν ολίγων, δε είχον εμφανισθή, ίσως φοβηθείσαι την συρροήν τόσον ξένων στρατιωτών.
Έξαλλος ο Γεννάδιος στρέφεται προς τους μικρούς μαθητάς των Δημοτικών Σχολείων, οι οποίοι εκκλησιάζοντο εκεί, και τους λέγει:
- Δυστυχή μου παιδιά, σάς εγκατέλειψαν αι μητέρες σας! Γνωρίζουν, ότι ο εχθρός σφάζει και εξανδραποδίζει, ότι αύριον θα έλθη να σύρη και σάς εις την αιχμαλωσίαν, αλλ' αδιαφορούν, διότι φειδωλεύονται ολίγον χρυσάφι. Άλλος προστάτης δεν σάς μένει επί της γης, από τον κοινόν προστάτην εκεί επάνω. Πέσατε εις τα γόνατα να τον παρακαλέσητε!
Και τα παιδιά εγονάτισαν. Και εξηκολούθησεν ο διδάσκαλος :
- Ύψιστε Θεέ, Συ, ο προστάτης των αθώων και των μη εχόντων καταφυγήν, μη εγκαταλείψης και Συ τα παιδιά αυτά. Σώσε αυτά από αιχμαλωσίας δεσμά. Οι άνθρωποι τα αφήκαν εις την τύχην των. Επίβλεψον επ' αυτά και επίβλεψον επί της Ελλάδος, την οποίαν εγκαταλείπουν αυτά της τα τέκνα. Ας λάμψη και πάλιν επ' αυτής η ελευθερία και τα παιδιά αυτά, πολίται ελεύθεροι, ας την υπερετήσουν κάποτε με πίστιν και ειλικρίνειαν. Η, αν γνωρίζης Συ, ο Πάνσοφος, ότι είναι πεπρωμένον, επειδή ανετράφησαν εις την ιδιοτέλειαν και την φιλαρχίαν, να γίνουν αίτια κακών εις την πατρίδα, παράδωσέ τα καλύτερα εις της μαχαίρας το στόμα και παράδωσε και εμέ εις αυτό, πριν ιδώ και πάλιν της Ελλάδος την ταπείνωσιν και την δουλικήν ημέραν!
Μόλις ετελείωσε φεύγει. Και αι συνεισφοραί πίπτουν βροχηδόν, περισσότεοαι παρά χθες, και αι γυναίκες στέλλουν τα πάντα, και τα δακτυλίδια των αρραβώνων. Το κατόρθωμα του Γενναδίου ήτο μέγα. Έσωσε την Κυβέρνησιν. Εύρε πόσους προς περίθαλψιν χιλιάδων στρατιωτών χάρις εις τον Γεννάδιον, ο Μιαούλης εκπλέει με είκοσι Υδραϊκά και τέσσαρα Σπετσιώτικα πλοία, και εξοπλίζεται στρατός, ο οποίος, τεθείς υπό τον Καραϊσκάκην, επανέφερε την νίκην εις τας ταπεινωμένας των Ελλήνων σημαίας και την ελπίδα εις τα πικραμένα των χείλη. Εις τας ημέρας εκείνας του εσχάτου κινδύνου, αι οποίαι αναδεικνύουν την αξίαν και την αρετήν, ο Γεώργιος Γεννάδιος, με την ατρόμητον παρρησίαν, που του ενέπνεεν η συναίσθησις του καθήκοντος, κατέστη δύναμις επισκιάζουσα πάσαν άλλην.
