ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΧΟΡΟΙ ΤΥΠΟΥ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΥ
ΚΑΙ Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΘΗΣΕΑ
Ανάφερα προηγούμενα μερικές περιφέρειες που μας δίνουν πιο χαρακτηριστικά την ποικιλία των χορών, στην Ελλάδα, και όπου αλλού υπάρχουν Έλληνες, και μερικούς χορούς που χορεύονται απ' τη μια άκρη στην άλλη της Ελλάδας. Στην Κεντρική Ελλάδα - Ρούμελη και Πελοπόννησο - έξαφνα, χορεύονται δύο βασικοί χοροί: ο Τσάμικος και ό Καλαματιανός (Συρτός σε ζωηρότερο ύφος). Αλλά ό Τσάμικος και ό Καλαματιανός χορεύονται σε όλες τις περιφέρειες, και στα νησιά με παραλλαγές ύφους και ρυθμού όμως, ανάλογα με την περιφέρεια - αλλού πιο αργά - από τη Ρούμελη και πάνω - αλλού πιο γρήγορα - από την Ρούμελη και κάτω. Πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχουν χοροί που χορεύονται από την Πελοπόννησο μέχρι τη Μακεδονία και από τη Ρούμελη μέχρι τη Φλώρινα.
Κάθε χορός, και ο πιο τοπικά περιορισμένος, έχει τις δικές του παραλλαγές, ακόμα και στα γύρω χωριά της περιφέρειας. Έχει δε απόλυτη συνάρτηση ό χορός με την τοπική φορεσιά. Δεν νοείται, π.χ. να χορεύεται ο Τσάμικος με φορεσιά Κρητική η ό Πεντοζάλης με φουστανέλλα!
Οι γυναικείες φορεσιές, ιδίως, έχουν τεράστια ποικιλία, είναι μάλλον βαριές και με πολλά κοσμήματα. Τα κοσμήματα, ουσιαστικά, ήταν η περιουσία των γυναικών που την κουβαλούσαν επάνω τους. Μεγάλη σημασία στις γυναικείες φορεσιές έχει ο «Μπούστος». Σε πολλά μέρη δε, έχουν τις κεντημένες από χρυσάφι πάνω σε αραχνοΰφαντο μεταξωτό εσάρπες (βλ. φορ. Σαλαμίνας). Στις ανδρικές ενδυμασίες, βλέπουμε στα νησιά τις βράκες και στην κυρίως Ελλάδα όλων των ειδών τις παραλλαγές της φουστανέλλας.
1. ΣΥΡΤΟΣ: Ο Συρτός είναι ο αρχαιότερος χορός. Για τον Συρτό μπορεί κανείς να πει ότι ήταν βασικά ο χορός που χορευότανε γύρω από τον βωμό, σε όλες τις ιεροτελεστίες των Αρχαίων (βλ. Πρόλογο Ζερβού). Το πιάσιμο του χεριού σε κάποια απόσταση από το σώμα, και σε συνεχή κύκλο, μόνο έτσι εξηγείται. Άλλωστε η Λίλιαν Λόουλερ, η διακεκριμένη αρχαιολόγος και μελετητής του Χορού της Αρχαιότητας λέει αναφορικά με τον Συρτό:
«Οι κυκλικοί χοροί και ιδίως εκείνοι που χορεύονται με πιασμένα τα χέρια, παρ' όλη την φαινομενική απλότητά τους, έχουν υψίστης σημασίας μυστικισμό, σε όλους τους αρχαίους λαούς. Συχνά χορεύονται γύρω από τον βωμό, η ένα δέντρο η μια κολώνα η οποιοδήποτε ιερό σύμβολο, η γύρω από έναν μουσικό, έναν οργανοπαίκτη. Εγκλείουν ένα αντικείμενο η άτομο η τόπο σ' ένα μαγικό κύκλο, για να εξαγνίσουν και να απωθήσουν κάθε τυχόν επιρροή δαιμονική. Υπολείμματα της σκέψεως και της συνήθειας αυτής συνεχίζονται από την αρχαιότητα και μέσα από τους αιώνες μέχρι τις ημέρες μας».
Σε πολλά αρχαία αγγεία βλέπουμε τους κυκλικούς αυτούς χορούς και το ίδιο πιάσιμο των χεριών. Επίσης σε αναρίθμητες τοιχογραφίες σε διάφορα μοναστήρια και εκκλησίες μπορεί κανείς να δει αυτό το χορό, με τον πρωτοχορευτή, που κρατάει ένα μαντήλι στο χέρι σέρνοντας τον χορό (βλ. φωτογραφίες Συρτού). Ο Καλαματιανός, που είναι πια πανελλήνιος χορός ένα είδος Συρτού, πιο γρήγορος και πιο πηδηχτός, χορεύεται δε σε 7/8.
2. ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ: Γνωστός σαν Λαβύρινθος ήταν ο ΤΣΑΚΩΝΙΚΟΣ που χορευόταν στην Τσακωνία της Πελοποννήσου και είχε μείνει πια παραδοσιακός σαν «Χορός που χόρεψε ό Θησέας». Είχε συμπεριληφθεί στους χορούς που χόρευαν στα σχολεία, από χρόνια πολλά, και τον δίδασκαν οι καθηγητές γυμναστικής στα λίγα λεπτά που τους έμεναν από το μάθημα της γυμναστικής για να διδάσκουν και χορό εθνικό. Τον Τσακώνικο, λέγεται, πως τον βρήκε ο Χ. Σακελλαρίου, ένας από τους παλιούς δάσκαλους που δίδασκε στα σχολεία. Ο χορός «κουλούριαζε» και «ξεκουλούριαζε» κάνοντας στο τέλος «καμάρα», από δύο χορευτές που κρατούσαν ένα μαντήλι κι άφηναν τους υπόλοιπους να περνούν από κάτω. Έτσι, παρέμεινε από χρόνια ο Τσακώνικος, σαν ό χορός που με το «κουλούριασμά του » έδινε την εντύπωση του Λαβύρινθου, με τον Θησέα-πρωτοχορευτή να βοηθά τους συντρόφους του να βγουν από το λαβύρινθο, κρατώντας υποθετικά το νήμα-μαντήλι, που του έδωσε η Αριάδνη-κοπέλλα.
Αφού για πολλά χρόνια από την ημέρα που ξεκίνησα, άκουγα ορισμένους ανθρώπους να μου λένε: «ξέρετε και στο νησί μας» η «στο χωριό μας έχομε λαβύρινθο», μου γεννήθηκε η ανάγκη να καταπιαστώ πιο σοβαρά με το θέμα. Βέβαια η δυσκολία ήταν ότι αυτοί που το λέγανε, όταν τους παρακαλούσα να μου φέρουν τους ανθρώπους να μου τα δείξουν - βήματα και μουσική - συνήθως εξαφανίζονταν, είτε γιατί είχαν ασχολίες πολλές είτε γιατί θεωρούσαν ότι ήταν «υποχρέωσή μου» να πάω στου καθενός το χωριό ή το νησί! Και βέβαια δεν θα είχα αντίρρηση να ταλαιπωρηθώ προκειμένου να βρω τα στοιχεία που ζητούσα η που θα έπρεπε να υπάρχουν, η και δεν θα υπολόγιζα την ταλαιπωρία κι αν δεν εύρισκα ίσως τίποτα! Αλλά, που να βρω τον καιρό να πάω από χωριό σε χωριό και να ψάχνω; γι' αυτό θα πρέπει να λογαριάσει κανείς ότι θα ζήσει μέχρι εκατό ετών... να έχει δε και το μυαλό του στη θέση του, κι όχι μόνο τα πόδια! Γιατί η έρευνα θέλει προεργασία και πολλή υπευθυνότητα, στο τι θα βρεις, τι θα δεις, τι θα σου πουν.
Μια μέρα, πάνε περίπου εννιά χρόνια, ο καθηγητής Γιάννης Κακριδής, πολύ φίλος μου, μου ανέφερε για ένα χορό που τον λέγανε «Αγέρανο» - «Γερανός» και που όπως θυμόταν ο ίδιος χορευόταν στην νήσο Πάρο, αλλά δεν θυμότανε σε ποιο χωριό χορευόταν και που το είχε διαβάσει. «Πρέπει να πας μόνη σου να ψάξεις στα χωριά της Πάρου» μου είπε. Το θέμα είχε σημασία βέβαια γιατί η Πάρος ήταν παλιά αποικία Μινωϊτών και κάπως ταίριαζε και το όνομα και το θέμα του χορού. Αλλά που να πάω, που να ψάξω; Πέρασαν δυό τρία χρόνια, ώσπου μια μέρα, έτσι τυχαία, ρώτησα μια κοπέλλα (οικιακή βοηθό) που ήταν μερικά χρόνια σε γνωστό μου σπίτι και πάντα έλεγαν «το τι χορευταράδες είναι στην οικογένειά της», που η καταγωγή τους ήταν ένα χωριό στην Πάρο (!): «Εσείς που είσαστε τόσο χορευταράδες, δεν μου λες και για κανένα χορό του τόπου σας, του χωριού σας, παρά όλο μου αναφέρεις για «χασάπικα» και «ζεϊμπέκικα» δεν έχετε κανένα χορό που να τον λένε «Γερανό» η κάτι παρόμοιο «Αγέρανο»; Και έξαφνα ακούω με το στόμα ορθάνοιχτο την απάντηση: «Καλέ ό Αγέρανος είναι ό χορός μας στο χωριό, όλοι τον χορεύουμε σε γιορτές, σε πανηγύρια, στις Απόκριες. Πάντα! Και έτσι άρχισε το κυνηγητό του λαβύρινθου αλλά με πολλή προσοχή. Γιατί δεν έπρεπε να ξέρουν οι άνθρωποι τι γύρευα ακριβώς. Υπήρχε πάντα ό κίνδυνος να... προθυμοποιηθούν να... κατασκευάσουν «λαβύρινθο»!
Ως τότε θεωρούσα κακώς - όπως αποδείχτηκε - ότι ό λαβύρινθος σαν σχέδιο μοιάζει με κουλούριασμα φιδιού. Τα στοιχεία που είχα βρει μέχρι τότε έδειχναν αυτό το σχήμα. Κάποια στιγμή όμως μπερδεύτηκε το θέμα. Ενώ έψαχνα να βρω με πολλή προσοχή τι θα υπήρχε στην Κρήτη - αλοίμονο αν δεν υπήρχε στην Κρήτη - παρεκάλεσα έναν από τους Κρητικούς μου - που είχε μεγάλη διάθεση να με εξυπηρετήσει αλλά και που ήξερα ότι οι πληροφορίες του ήταν σωστές, να φροντίσει να μάθει που θα μπορούσαμε να αποταθούμε.
Όλα έδειχναν ότι μάλλον από την περιφέρεια Ρεθύμνου θα μπορούσαμε ν' αντλήσουμε τις πληροφορίες μας γιατί εκεί - λένε - βρίσκονται οι μεγαλύτεροι χορευταράδες. Έγραψε λοιπόν στον πατέρα του να πάει να συναντήσει τον γνωστό «μερακλή» και χορευταρά του χωριού Λιβάδι, Δ. Νυχτάρη ηλικίας τότε 96 χρόνων, δηλαδή σήμερα θα πρέπει να είναι 99, γιατί όπως μαθαίνω ζει ακόμη. Αυτός μας αποκάλυψε ότι «ό σημερινός χορός με το όνομα «σιγανός», λεγότανε τον καιρό του πατέρα του «Χορός του Θησέα», και τον χόρευαν στους γάμους με τον γαμπρό μπροστά, «για να μάθει να βγαίνει από το Λαβύρινθο της ζωής». Με τα χέρια σταυρωτά οι χορευτές, άνδρες και γυναίκες προχωρούν σιγά - ίσως από δω να είναι και η ονομασία του χορού σιγανός - ο δε πρωτοχορευτής «τραβάει με την κίνηση του χεριού του όλους τους υπόλοιπους, σα να τους τραβούσε σιγά σιγά με το νήμα που του ‘δωσε η Αριάδνη».
Η ανακάλυψη αυτού του χορού που πάνω του ξεχωρίσαμε τα ίχνη του Λαβύρινθου στην Κρήτη είναι το ακραίο σημείο της σχολαστικής έρευνάς μας για τους παραδοσιακούς παλαιούς χορούς. Χωρίς αυτήν ίσως οι χοροί να είχαν χαθεί για πάντα. Εξακολουθούμε ακόμη να απορούμε με την καλή μας τύχη που βοήθησε να βρούμε τον εξαίρετο αυτό γέρο άνθρωπο, Δημήτρη Νυχτάρη.
Μετά απ' αυτό ζητήσαμε και άλλες πληροφορίες. Δηλαδή πως «κουλουριάζει» και πως «ξεκουλουριάζει» ο χορός. Με τα καινούρια στοιχεία που προέκυψαν δεν έβγαινε «κουλούριασμα» αλλά το σχέδιο αποκτούσε σχήμα «φουρκέτας». Όσο έβλεπα το χορό μ' αυτό το σχήμα, στεναχωριόμουν όλο και περισσότερο γιατί μου φαινόταν «άνθραξ» ό θησαυρός! Την επομένη χρονιά, παρακάλεσα τον πρωτοχορευτή μου Γ. Χ., να πάει μόνος του στο χωριό επάνω και να μάθει πιο σίγουρα το σχήμα που έχει ό χορός του Θησέα της Κρήτης! Στο μεταξύ όμως μας είχαν δείξει και άλλους χορούς Κρητικούς, άλλης περιφέρειας που είχαν το ίδιο σχήμα, δηλαδή της φουρκέτας. Ακόμη βρίσκαμε διάφορους χορούς άλλων περιφερειών με διάφορα σχέδια. Επίσης ό Ποντιακός χορός Κοτσαγγέλι έχει το ίδιο σχήμα φουρκέτας με τον χορό της Κρήτης.
Επέστρεψε ο Γ. Χ. με το παρακάτω μαντάτο. Ο χορός του Θησέα έχει σαφώς σχήμα φουρκέτας! Τότε είναι που μου έγινε φως και έπιασα να δω στα διάφορα βιβλία και λεξικά με φωτογραφίες, τι σχέδια κάνουν τα φίδια. Γιατί όχι; Πολλοί αρχαιολόγοι έχουν ήδη επισημάνει το γεγονός ότι ό χορός αυτός με τις «... εν τινι ρυθμώ παραλλάξεις και ανελίξεις...» θα μπορούσε να συσχετισθεί με το φίδι σαν θεότητα. Μπορούμε εύκολα να πιστέψουμε ότι ο λαβύρινθος παρέμεινε σαν σχέδιο χορού, λόγω της θεότητος φίδι. Μπορεί μάλιστα ο χορός αυτός, καθώς λέγουν να προχρονολογείται από την Μινωική Εποχή, και να έχει την απαρχή του στην Αίγυπτο, στην Μεσοποταμία, η και στην Κίνα. Εγώ προσωπικά είδα σε παγκόσμιο Φεστιβάλ παραδοσιακών χορών το χορό του φιδιού από παραδοσιακό συγκρότημα της Κίνας. Σε μας όμως γιατί να υπάρχουν αυτά τα διάφορα σχέδια και να έχει παραμείνει σαν «ο χορός του Θησέα»; Ίσως γιατί χάρη στο όνομα αυτό κρατήθηκε η παράδοση σ' όλους τους Έλληνες,
Το ότι η παράδοση αυτή θα είχε πραγματική βάση ενισχύεται από τα λεγόμενα διαφόρων ποιητών και συγγραφέων. Ο Όμηρος στην Ιλιάδα (Σ. 590, μετάφρ. Ν. Καζαντζάκη - Ι. Κακριδή), εκεί που περιγράφει την κατασκευή της ασπίδας του Αχιλλέα από τον Ήφαιστο, λέει και τα ακόλουθα:
«Ξομπλιάζ' ακόμ' ο κουτσοπόδαρος θεός και χοροστάσι,
όμοιο με κείνο που ‘χει ο Δαίδαλος της ομορφαμαλλούσας
της Αριάδνης στην απλόχωρη Κνωσό παλιά φτιαγμένο.
Άγουροι εκεί κι ακριβογόραστες παρθένες είχαν στήσει χορό,
κι' ένας του άλλού εκρατούσανε πά στον αρμό τα χέρια...»
Η φράση αυτή του Ομήρου, ότι κρατάει ο ένας τον καρπό του άλλου συνδυάζεται με διάφορους χορούς που βλέπουμε ακόμα σήμερα στην Ελλάδα όπως τον Λαμπριάτικο στα χωριά Κέδρος, Καρδίτσα της Θεσσαλίας και Καγκελευτό, στην Ιερισσό Χαλκιδικής, της Μακεδονίας. Μία πολύ παλιά παράδοση λέει πως ό χορός αυτός αναπαριστάνει την έξοδο του Θησέα από τον Λαβύρινθο του παλατιού της Κνωσού, στην Κρήτη. Ο Πλούταρχος στον «Βίο του Θησέα» λέει τα παρακάτω: «Εκ δε της Κρήτης αποπλέων εις Δήλον κατέσχε και τω Θεώ θύσας και αναθείς το αφροδίσιον ό παρά της Αριάδνης έλαβε, εχόρευσε μετά των ημιθέων χορείαν ην έτι νυν επιτελείν Δηλίους λέγουσι, μίμημα των εν τω λαβυρίνθω περιόδων και διεξόδων εν τινι ρυθμώ πραλλάξεις και ανελίξεις έχοντι γιγνομένην. Καλείται δε το γένος τούτο της χορείας υπό Δηλίων Γέρανος, ως ιστορεί Δικαίαρχος. Εχόρευσε δε περί τον Κερατώνα βωμόν, εκ κεράτων συνειρμοσμένων ευωνύμων απάντων. Ποιήσαι δε και αγώνα φασιν αυτόν εν Δήλω, και τους νικώσι τότε πρώτον υπ' εκείνου φοίνικα δοθήναι».
Με άλλα λόγια, σε ανάμνηση της δραματικής του δραπετεύσεως από το παλάτι του Βασιλιά Μίνωα στην Κνωσό, «μιμήθηκε άρα χορογράφησε» - όπως θα λέγαμε σήμερα - τον χορό που λέμε Λαβύρινθο. Ο Ρόμπερτ Γκρέηβς λέει τα ακόλουθα στον «Βίο του Θησέα»: «... Ο Θησέας και οι σύντροφοί του χόρεψαν τον Γερανό που συνίσταται σε ελιγμούς Λαβύρινθου - με συνοδεία άρπας... Ο Δαίδαλος είχε χτίσει για την Αριάδνη μία χορευτική πίστα στη Κνωσό, πάνω σε σχέδιο Λαβύρινθου (αντιγραφή του Αιγυπτιακού Λαβυρίνθου). Όταν ό Θησέας και οι σύντροφοί του χορέψανε τον Γερανό, ήταν η πρώτη φορά που χόρεψαν και κοπέλλες μαζί... Αυτόν τον χορό τον βρίσκει κανείς ακόμα σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και της Μικράς Ασίας».
Το ότι είναι φυσικό να χορευόταν πάντα στην Τσακωνία, συμπεραίνεται από το γεγονός ότι ύπήρξαν πολλές φορές μετακινήσεις από την Κρήτη στην Πελοπόννησο και από την Πελοπόννησο στην Κρήτη, ανάλογα με τις συνθήκες που δημιουργούσαν πόλεμοι η καταστροφές.
Η ακούραστη αρχαιολογική σκαπάνη έφερε σήμερα στο φως στοιχεία τέτοια, που δεν χωρεί πια ίσως καμιά αμφιβολία πως τα νησιά του Αιγαίου και η Πελοπόννησος είχαν βασικά εμποτιστεί από τον Μινωϊκό πολιτισμό. Στη δεύτερη φάση της εποχής του χαλκού, από τα 2000 έως τα 1600 π.Χ. ξέρουμε πως στην Ηπειρωτική Ελλάδα κυριαρχούν τα παλιότερα Ελληνικά φύλα. Η ζωή τους ήταν μάλλον πτωχή και απλή κι ό κόσμος ασχολούνταν το περισσότερο με τη γεωργία. Την αντίστοιχη εποχή έχουμε στην Κρήτη μία τεράστια άνθηση. Χτίζονται τα πρώτα και τα δεύτερα Ανάκτορα και η Κρήτη αποκτά τέτοια δύναμη στη θάλασσα, που την κάνει θαλασσοκράτειρα. Τα περισσότερα νησιά, και κυρίως οι Κυκλάδες, δέχονται την επίδρασή της και αρχίζει ό αποικισμός. Αλλά οι κυριότερες αποικιστικές εγκαταστάσεις έγιναν μετά τις μεγάλες καταστροφές των Μινωϊτικών κέντρων, γύρω στα 1580 π.Χ. και στα 1450 π.Χ. Η έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας (Σαντορίνη) γύρω στα 1450 π.Χ. ερήμωσε το νησί για ένα χρονικό διάστημα. Η σποδός εκάλυψε τα πάντα με τταχύ στρώμα που ασφαλώς θα έκανε την γη άγονη και οι δηλητηριώδεις αναθυμιάσεις θα μόλυναν το πόσιμο νερό. Κι έτσι μπορούμε να εξηγήσουμε την τόνωση του αποικιστικού ρεύματος στα μέσα του 1500 π.Χ.
Έτσι φαίνεται να επικυρώνονται τα αρχικά συμπεράσματα του Έβανς και του Καθηγητού κ. Νικ. Πλάτωνα, ότι δηλαδή οι Μινωίτες, εκτός από τα νησιά του Αιγαίου, θα πρέπει να είχαν χτίσει αποικίες και στην Πελοπόννησο κατά το τέλος της Μεσοελλαδικής περιόδου.
Ο ντόπιος πληθυσμός στην αρχή θα υποτάχθηκε στην δύναμη του άποικου, αλλά με τον καιρό απορρόφησε τα διδάγματά του, άνοιξε τα μάτια στην ομορφιά και τον πλούτο, και όταν συνειδητοποίησε την εθνική του υπόσταση τίναξε τον ξένο ζυγό και δημιούργησε με την κληρονομιά που είχε πια αποθηκέψει στην μνήμη του ένα δικό του κόσμο. Έτσι βρήκε την πληρέστερη έκφρασή του στην τελευταία πια περίοδο του χαλκού, μέσα στα νεοκτισμένα ανάκτορα των Μυκηνών, της Πύλου, της Τίρυνθας, κ.α.
Οι Μυκηναΐοι, αφού απόχτησαν ολοκληρωτική επίγνωση της εθνικής τους υποστάσεως επωφελήθηκαν από την τελική καταστροφή των Μινωϊτικών κέντρων για να ιδρύσουν Αχαϊκό Κράτος στην Κρήτη με κέντρο την Κνωσό. Ίσως τότε γίνηκαν και οι πρώτες εγκαταστάσεις στην Κύπρο. Αργότερα, γύρω στα 1380 η 1370 π.Χ. έγιναν μαζικές Αχαϊκές εγκαταστάσεις στην Κρήτη και το παλάτι της Κνωσού καταστράφηκε οριστικά. Με την καταστροφή αυτή συνδέεται ίσως ό θρύλος του Θησέα, που μ' αυτόν, όπως είδαμε, σχετίζεται η μεταφορά του Κρητικού χορού στα νησιά και γενικότερα στην ηπειρωτική Ελλάδα, χορού βέβαια στην αρχή καθαρά τελετουργικού, που αποτελούσε ουσιαστική έκφραση της λατρείας των ανθρώπων προς την θεά Μητέρα Γη.
Όταν, στα 1100 π.Χ. περίπου, κατέβηκαν πια τα τελευταία Ελληνικά φύλα από τον Βορρά - οι Δωριείς - και κατάκτησαν κυρίως την Πελοπόννησο αλλά και τα άλλα νησιά του Αιγαίου μαζί με τη Ρόδο και την Κρήτη, οι παλιοί Μυκηναΐοι κάτοικοι της Λακωνίας, Αχαιοί μαζί και Μινωίτες άποικοι, κατέφυγαν στα γύρω βουνά για ν' αποφύγουν την υποδούλωση.
Η κυριότερη ορεινή περιοχή που βρήκαν καταφύγιο οι Λάκωνες, φέρνει σήμερα το όνομα Τσακωνιά. Το «Τσάκωνες», καθώς λέγεται, προέρχεται από την παραφθορά των λέξεων: τους Λάκωνες - τσ Λάκωνες - Τσάκωνες. Η τσακώνικη διάλεκτος που μιλούσαν ακόμα μέχρι και προπολεμικά, λέγεται ότι προέρχεται από την παλιά γλώσσα των Λακώνων. Με τον καιρό η γλώσσα αυτή δέχτηκε φυσικά τη Δωρική επίδραση όπως την ίδια επίδραση δέχτηκαν και τα έθιμα. Ο Τσακωνικός χορός Λαβύρινθος που χορεύεται στην περιοχή αυτή, είναι ό πρώτος του σχήματος του Λαβύρινθου που βρέθηκε από Έλληνα δάσκαλο. Ένα γεγονός συγκλονιστικό που μέσα στο πέρασμα των αιώνων δεν λησμονήθηκε: ό Θησέας και ό χορός του.
Πιστεύω ότι ό χορός του Λαβύρινθου έχει επικρατήσει στο Ελληνικό στοιχείο, όπου κι αν βρισκόταν χάρη στη θρυλική μορφή του Θησέα. Δηλαδή παρέμεινε το σχήμα του χορού με προέλευση από ένα σύμβολο ιερό, δηλαδή το φίδι, χάρη σ' έναν ήρωα, που το όνομά του δεν έχει σβήσει μετά τόσους αιώνες και είναι συνδεδεμένο με την Αττική. Ο χαρακτηρισμός του Θησέα σαν ιστορική φυσιογνωμία, άρα υπαρκτή, δεν μπορεί, θα έλεγα, να απορριφθεί εντελώς.
Πριν 200 χρόνια... Μια πιο πρόσφατη μαρτυρία για τη συνέχιση του χορού του Θησέα μας έρχεται από την κ. Σενιέ, μητέρα του μεγάλου λυρικού ποιητή Ανδρέα Σενιέ, Ελληνίδα την καταγωγή και την ψυχή.
Έγραψε πριν από 200 χρόνια και στα γράμματά της περιέγραψε ήθη και έθιμα και χορούς των Ελλήνων στην Κωνσταντινούπολη, συσχετίζοντάς τα με αρχαία κείμενα. Στην Κωνσταντινούπολη, τον καιρό εκείνο, ό χορός αυτός - ό Λαβύρινθος - λεγόταν «Καντιότ» η «La Dance Greque». Η ονομασία «Καντιότ» προέρχεται προφανώς από το «Κάντια». Οι Βενετοί σταυροφόροι, όταν κατέλαβαν την Κρήτη, στις αρχές του 13ου αιώνα μ.Χ., την ονόμασαν «Κάντια». Ξαναπήρε την «Κάντια (Candie) όμως, γαλλικά λένε μέχρι και σήμερα το Ηράκλειο, και κατά μία εκδοχή, η ονομασία αυτή είναι παραφθορά της λέξεως «χάνδαξ» που προστάτευε το κάστρο. Στο Ηράκλειο βρίσκεται - καθώς ξέρουμε όλοι μας - η Κνωσός και ό Λαβύρινθος του παλατιού του Μίνωα.
Οραματίζεται, λοιπόν με το εμπνευσμένο της μυαλό η κ. Σενιέ και περιγράφει τον χορό: «Στην πρώτη φάση, ό Δαίδαλος συνθέτει τον χορό για να συγκρατήσει στη μνήμη του το πολύπλοκο σχέδιο και για να βοηθήσει την Αριάδνη να θυμάται αλλά και να μάθει όλα τα στριψίματα του Λαβύρινθου - και τότε ό χορός θα χορευόταν χωρίς να κρατά κανείς τίποτε στο χέρι».
Στη δεύτερη φάση: «Όταν ό χορός αυτός χορεύεται με κορδόνι στο χέρι (άρα στην εποχή ακόμα της Κας Σενιέ χορεύονταν χοροί με σχοινί στο χέρι η με μαντήλι η μ' εσάρπα), πιστεύω πως πρέπει να ήταν σ' ανάμνηση του μίτου που είχε δώσει η Αριάδνη στο Θησέα για να μπορέσει να βγει από τον Λαβύρινθο».
Στην τρίτη φάση: «όταν χορεύεται η «καντιότ» με μαντήλι στο χέρι, είναι φανερό ότι θέλει ν' απεικονίσει τον πόνο της Αριάδνης που εγκαταλείφθηκε στο νησί της Νάξου και που σκουπίζει τα δάκρυά της με τον ξεσχισμένο πέπλο της, η τον σείει κάνοντας σήματα στον Θησέα που απομακρυνόταν με το πλοίο». Σημαντικό το γεγονός ότι η «καντιότ» χορευόταν ως «ό Ελληνικός χορός» που συναντούσαμε μέχρι πριν λίγο ακόμα να χορεύεται ειδικά στην Τσακωνιά, και να έχει καθιερωθεί σαν Τσακώνικος. Πως άραγε ξεψύχησε η ονομασία «καντιότ»;
Η «καντιότ» έχει τις ίδιες κινήσεις με τον Τσακώνικο: το τσάκισμα με τα γόνατα και το πόδι στον αέρα στο 5ο μέτρο του χορού, και την πρωτοχορεύτρια με ένα μεγάλο μαντήλι στο χέρι. Το ίδιο σχήμα χορού συναντούμε και σήμερα ακόμα, σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, στο Σουφλί, στην Καρωτή, στο Κριός (Θράκης), στην Έδεσσα, στο Κρατερό (Μακεδονία), στην Σιάτιστα, στην Κρήτη, στην Εύβοια, στην Πάρο, στην Ζάκυνθο κτλ.
Κατά τη γνώμη μου, ο οραματισμός της κ. Σενιέ για τον πέπλο της Αριάδνης, όχι μόνο είναι βάσιμος, αλλά και δίνει μίαν εξήγηση της υπάρξεως και χρησιμοποιήσεως του μαντηλιού στον Ελληνικό χορό. (βλ. κεφ. Μαντήλι*).
Το γεγονός ότι δεν υπάρχει Ελληνικός χορός χωρίς μαντήλι με εξαίρεση εκείνους με πολεμική προέλευση, όπως ό Πυρρίχιος - μας κάνει να πιστέψουμε πως μπορεί να είναι αυτή η πιο πιθανή εξήγηση της χρησιμοποιήσεως του μαντηλιού.
Οι παρατηρήσεις της κ. Σενιέ παίρνουν ιδιαίτερη σημασία, όταν σκεφθεί κανείς ότι πριν 200 χρόνια μια γυναίκα, με μουσικό και καλλιτεχνικό γενικά ένστικτο, που την είχε συνεπάρει το αρχαίο Ελληνικό πνεύμα, όπου την είχε μυήσει ό πατέρας της - νομισματολόγος συλλέκτης - με έμπνευση και μάτια και μυαλό που πήγαιναν πέρα από τους στενούς ορίζοντες της καθημερινής ζωής, στα γράμματά της, ομολογούσε ότι: «Δεν μας επιτρέπεται καν ν' αμφιβάλωμε ότι οι Έλληνες έκαναν κάτι στην τύχη κι ότι θέλησαν να κληροδοτήσουν στους μεταγενεστέρους ότι τα πάντα πρέπει να συμβάλλουν στο καλό της ολότητας - της κοινωνίας των ανθρώπων - και σε όφελός της. Ότι δεν είναι μόνο στα μνημεία - εύθραυστα και εκτεθειμένα στη φθορά του καιρού και στη βαρβαρότητα των ανθρώπων που θέλησαν οι Έλληνες να διατηρήσουν την θύμιση της τέχνης τους, των ηθών τους και της σχέσεως που ταύτα θα είχαν με τα γεγονότα της ιστορικής ζωής τους...». Αυτοί ήσαν οι οραματισμοί της γυναίκας αυτής που ήρθε να ζήσει στην Κωνσταντινούπολη, εκεί που οι Έλληνες συνέχισαν μέσα στους αιώνες της σκλαβιάς να χορεύουν τους χορούς που η παράδοση τους είχε κληροδοτήσει. Σημαντικά λοιπόν στοιχεία μας κληροδότησε η κ. Σενιέ.
Ακόμη και σήμερα βλέπει κανείς ολοζώντανες εικόνες τις μητέρες που δίνουν το παράδειγμα στα παιδιά τους, χορεύοντας και τραγουδώντας. Αυτοί οι χοροί ακόμα και σήμερα υποβάλλουν στα μάτια που ξέρουν να βλέπουν ό,τι πιο σημαντικό είχε ζήσει η Ελλάδα στα βάθη των αιώνων.
«Η μάνα μου μου το ‘δειξε», «Έτσι τον χόρευε και η γιαγιά μου», «την πρόφτασα να τον χορεύει», λένε οι κοπέλλες στα χωριά μας σήμερα.
Τα τελευταία 5-6 χρόνια, με τις έρευνες που έκανε το Σωματείο μας, βρήκαμε γύρω στους 27 Λαβύρινθους σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, χωρίς να λογαριάζουμε τον Τσακώνικο, που όπως είπαμε, ήδη υπήρχε. Μερικοί χοροί λαβύρινθου έχουν σχήμα «σπείρας», άλλοι «κουλουριάζουν», άλλοι έχουν σχήμα «φουρκέτας» άλλοι και τα δύο, δηλαδή κουλουριάζουν και κάνουν και φουρκέτα, άλλοι πάλι έχουν σχήμα «στενού διαδρόμου» απ' όπου με δυσκολία περνάει κανείς. Και φυσικά χορεύονται με μουσική και βήματα ανάλογα με την περιφέρεια όπου επισημάνθηκαν.
ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΙ