ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ
ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ
Αρχιμανδρίτου Θεοφίλου Λεμοντζή,
Αρχιερατικοῦ Επιτρόπου Καμπανίας
«Ο σύγχρονος Έλληνας δηλώνει βαθιά πίστη στο Θεό,
αλλά αδυνατεί να υποψιαστεί πως ο Θεός του συνήθως
δεν είναι ο Χριστός του Ευαγγελίου»
Πριν την Βίβλο οι λαοί αντλούσαν την βεβαιότητά τους για την παρουσία του Θεού από την παρατήρηση της γενναιοδωρίας του κόσμου, από τον θαυμασμό μπροστά στην οντολογική πραγματικότητα. Αντίθετα, ο λαός του Θεού στη Βίβλο αντιλαμβάνεται την περί Θεού ιδέα όχι στην παρατήρηση της φύσεως, αλλά μέσω μίας σειράς ιστορικών εμπειριών που εγγράφονται αναλλοίωτα, στη συλλογική μνήμη. Η σχέση δηλ, του ανθρώπου με τον Θεό εγκαταλείπει τη διάσταση της φύσης και του κόσμου, για να ενσωματωθεί στη διάσταση της ιστορίας. Έτσι εκεί που ο Παγανισμός οικοδομούσε γέφυρες και σχέσεις ανάμεσα στο ιερό και τον κόσμο, η βιβλική παράδοση δημιουργούσε χάσματα, απαγορεύοντας στον άνθρωπο να τα υπερβεί. Αυτό βέβαια δεν σήμαινε πως ο Θεός δεν είχε μία σχέση μεθέξεως με τον κόσμο. Επειδή ακριβώς όλα “μετέχουν” στον Θεόν, δεν μπορούν να νοηθούν ως αυτόνομες υπάρξεις ή οντότητες, αλλά μόνο ως δώρα του Θεού.
Η εισβολή της αιωνιότητας μέσα στον ανθρώπινο χρόνο λαμβάνει απτή μορφή με την δημιουργία της Εκκλησίας, ενός λαού που πιστεύει πως η ιστορία δεν είναι η απλή αλληλοδιαδοχή ισότιμων γεγονότων, αλλά θεωρεί πως το αποφασιστικό γεγονός που καθορίζει την πορεία του κόσμου έχει ήδη συμβεί: ο Χριστός έχει αναστηθεί κι αυτό προδηλώνει τη νέα δημιουργία που απεργάζεται ο Θεός. Κι αυτή η πίστη δεν εξαντλείται στο χώρο των πεποιθήσεων, αλλά οδηγεί στη δημιουργία ενός λαού που διαμορφώνει τη ζωή του σύμφωνα με αυτήν την πίστη, ενός λαού που η ζωή του φέρει τα σημάδια της δημιουργίας που έρχεται.
Εκκλησία και Κοινωνία στην εκκοσμίκευση δεν συναντώνται και τούτο διότι υπάρχει σήμερα η πεποίθηση πως ο δημόσιος βίος, με ό,τι αυτός συμπεριλαμβάνει, πολιτική, οικονομία, ηθική σκέψη και βιοηθικό προβληματισμό, παιδεία, κ.λ.π, οφείλει να πορεύεται ανεπηρέαστος από κάθε θεολογικό προβληματισμό, κάνοντας την εκκλησία αρωγό της ιδιωτικής σφαίρας και μόνο. Το γεγονός πως η σαρωτική πλειοψηφία των ανθρώπων στο σύγχρονο δυτικό κόσμο, της ορθοδόξου Ελλάδος συμπεριλαμβανομένης, λειτουργεί στην πράξη σαν να μην υπάρχει Θεός, πιστεύουμε πως θα πρέπει να γίνει το κατεξοχήν αντικείμενο προβληματισμού και παρέμβασης για τη σύγχρονη χριστιανική ποιμαντική. Αν μέχρι τώρα κυριαρχούσε η μέριμνα για τις πεποιθήσεις των πιστών, η απολογητική υπεράσπιση της ύπαρξης του Θεού, με άλλα λόγια το ενδιαφέρον εστιαζόταν στο πώς οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους, το βλέμμα πρέπει τώρα να εστιαστεί πρωτίστως στο πεδίο της πράξης, στο πώς ζουν οι άνθρωποι.
Κινδυνεύει ο σημερινός χριστιανός επειδή πρακτικά δεν ζει ως ένθερμος πιστός, να ακούσει τον Χριστό να του απευθύνει προσωπικά τα γνωστά λόγια: “ου πας ο λέγων με Κύριε Κύριε εισελεύσεται εις την Βασιλείαν του Θεού”. Η χριστιανική πνευματική παράδοση με την ευαγγελική της απλότητα είχε από ενωρίς αντιληφθεί αυτό που η σύγχρονη φιλοσοφία ανέλυσε και αποτύπωσε με το δικό της περίτεχνο λεξιλόγιο. Ότι δηλαδή η αυτοκατανόηση των ανθρώπων αποδεικνύεται εξαιρετικά πολύπλοκη και εννοιολογικά απρόσιτη, αντίθετα με το επίπεδο της πράξης που στον πραγματικό κόσμο ωθείται σε λίγο ή πολύ αναγνωρίσιμες κατευθύνσεις που μόνο συμβολική σχέση έχουν με τα τεκταινόμενα στο χώρο της συνείδησης.
Ο σημερινός Ιερέας που θεωρεί ως βασική εργασία του την εν Χριστώ συνάντηση με τους ανθρώπους και σκύβει ενώπιον των προβλημάτων τους με ποιμαντική πρόθεση, έρχεται αντιμέτωπος με σχεδόν ανυπέρβλητες δυσκολίες. Πλείστοι όσοι χριστιανοί που προσέρχονται σήμερα στην Εκκλησία ζητώντας τις ευχές, τις αγιαστικές πράξεις και τα Μυστήρια, είναι ιδιαίτερα αμφίβολο αν έχουν συνειδητοποιήσει τί ζητούν. Η Βάπτιση και ο Γάμος γίνονται εκφράσεις του σύγχρονου, έντονα καταναλωτικού, κοινωνικού βίου και όχι Μυστήρια που οδηγούν σε συνάντηση με τον Θεό. Η εξομολόγηση καταλήγει να βιώνεται ως ψυχική αποφόρτιση, έκφραση παραπόνων έναντι των πάντων, του Θεού συμπεριλαμβανομένου, αναζήτηση ανακούφισης και συναισθηματικής πλήρωσης. Η μετοχή στην Θεία Ευχαριστία αποτελεί έθιμο και ταυτόχρονα δικαίωμα, που ουδόλως σχετίζεται με τον εν γένει πνευματικό βίο του ανθρώπου. Ο αγιασμός, το Ευχέλαιο και οι υπόλοιπες ευχές του Ευχολογίου θυμίζουν μαγικές τελετές που οφείλουν να έχουν, αυτόματο, λυτρωτικό αποτέλεσμα, χωρίς ανάληψη ευθύνης για τίποτε, χωρίς μετάνοια, όχι σπάνια ο τελευταίος σταθμός του ανθρώπου μετά από ανάλογες στάσεις στον αστρολόγο, το μέντιουμ, τους πάσης φύσεως οιωνοσκόπους. Ο σύγχρονος Έλληνας δηλώνει βαθιά πίστη στο Θεό, αλλά αδυνατεί να υποψιαστεί πως ο Θεός του συνήθως δεν είναι ο Χριστός του Ευαγγελίου. Επικαλείται συχνά τον Θεό, αλλά στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του ζει σαν να μην υπάρχει Θεός.
Η θεραπευτική προσδοκία που καλλιεργήθηκε στο χώρο της ψυχοθεραπείας, αλλά και της New Age θρησκευτικότητας, κάνει ήδη φανερή την πίεσή της και στο χώρο της Ελλαδικής εκκλησιαστικής ποιμαντικής. Το Ευαγγέλιο πιέζεται για να εξομαλυνθεί και να προσαρμοσθεί προς την ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου για έναν Χριστό χωρίς Σταυρό, που απλώς κολακεύει τη συνείδηση και την αυτοδικαίωση του ανθρώπου. Οι σχέσεις ποιμένος και ποιμνίου τείνουν να μπουν κάτω από τον αστερισμό της συναισθηματικότητας και του ρηχού ψυχολογισμού, που θεωρεί πως κάθε επιθυμία είναι νόμιμη, αρκεί να είναι ειλικρινής. Απώτερος σκοπός είναι κι εδώ η δημιουργία μιας ευτυχισμένης, άνετης και κοινωνικά επιτυχημένης ζωής, χωρίς αβεβαιότητες και χωρίς τραγικό χαρακτήρα, που θα υποστηρίζεται από μία αφηρημένη συγχώρηση, την οποία η Εκκλησία δίνει ανεξάρτητα από οποιαδήποτε μορφή μετανοίας. Μία ποιμαντική, που όπως προσφυώς χαρακτηρίστηκε, κάνει τους χριστιανούς το μέλι και όχι το αλάτι της γης.
Όποιος βιώνει την πραγματικότητα των συγχρόνων ενοριών, θα συνειδητοποιούσε, πως η διαδικασία της εξατομίκευσης, την οποία πυροδότησε η εκκοσμίκευση, κάνει τις σύγχρονες ενορίες πιο απρόσωπες παρά ποτέ. Η σύγχρονη φιλελεύθερη κοινωνία αποξενώνει τους ανθρώπους στο βαθμό που αποθαρρύνει τις μακροχρόνιες δεσμεύσεις, καθώς θεωρεί πως έτσι προστατεύονται καλύτερα τα δικαιώματά τους. Όλοι νοιώθουν πιο ελεύθεροι και πιο ευέλικτοι και η κοινωνία ανάγεται σε ένα αχανές super-market της επιθυμίας, στο οποίο ο καθένας ενθαρρύνεται να εισέλθει μόνος και να περιπλανηθεί αποκομίζοντας ό,τι θεωρεί πως ο κόσμος του οφείλει.
Οι ενορίες (στα μεγάλα βέβαια, αστικά κέντρα), δεν μοιάζουν τις ευχαριστιακές συνάξεις που αποσκοπούν στη λατρεία του αληθινού Θεού, ούτε καλλιεργούν στην πράξη την αγάπη και το ενδιαφέρον για τον πάσχοντα αδελφό. Θυμίζουν περισσότερο κέντρα εξυπηρετήσεως θρησκευτικών αναγκών, στα οποία μήτε ο ιερέας μήτε ο πιστός εκπλήσσονται πλέον από το γεγονός πως δεν ξέρουν τίποτε ο ένας για τον άλλο και δεν επιθυμούν και να κάνουν κάτι για αυτό. Αυτό που προέχει είναι να εξυπηρετηθεί η τρέχουσα ανάγκη, να βαπτισθεί το παιδί, να εκδοθούν τα σχετικά χαρτιά για το γάμο και να κανονιστούν τα σχετικά με την τελετή, να γίνει το μνημόσυνο του αγαπημένου νεκρού, να κανονισθεί ο αγιασμός ή το ευχέλαιο, να γίνει η δωρεά και να αναγραφεί κάπου στο ναό το όνομα του δωρητή. Το τι νοηματοδοτεί όλες αυτές τις πρακτικές, τι τις συνέχει, πώς ενσωματώνονται μέσα στον γενικό εκκλησιαστικό βίο, αλλά και στην προσωπική πορεία του κάθε χριστιανού, είναι ένα ερώτημα που δεν τίθεται σχεδόν ποτέ. Τις σπάνιες μάλιστα φορές που εμφανίζεται ως απορία από τη μεριά του ιερέα, αντιμετωπίζεται με ολοφάνερη έκπληξη και αμηχανία από τη μεριά των πιστών.
Ο σύγχρονος χριστιανός από την μεριά του δεν συνειδητοποιεί τί σημαίνει να ανήκεις σε μία κοινότητα. Στις μέρες μας γίνεται περιστασιακά συζήτηση για την αναζωπύρωση του χαρίσματος των λαϊκών και τη συμμετοχή τους στην ενοριακή ζωή, η πραγματικότητα φανερώνει όμως πως όλο και περισσότερο οι σημερινοί χριστιανοί είναι απρόθυμοι να αναλάβουν συγκεκριμένες ευθύνες εντός της ενορίας. Ιερείς και πιστοί συμφωνούν σιωπηρά πως το ενοριακό έργο, σε όλες τις εκφάνσεις του, αποτελεί αρμοδιότητα του ιερέα (που πληρώνεται άλλωστε για αυτή). Η ενορία, όπως και γενικότερα η Εκκλησία, καταλήγει έτσι να θυμίζει προβληματική ΔΕΚΟ που αγωνίζεται εν μέσω αντιξοοτήτων να προσφέρει τις υπηρεσίες της στους πολίτες.
Θα σας πω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Ας αναλογιστούμε τη βραδιά της Αναστάσεως, της γιορτής που θεωρητικά συνιστά το κέντρο που νοηματοδοτεί το χριστιανικό βίο, της γιορτής από την οποία πηγάζει η εν ημίν ελπίδα, και ας αναρωτηθούμε πώς επιλέγουν να την ζήσουν οι περισσότεροι χριστιανοί της πατρίδας μας. Μακριά συνήθως από την ενορία τους, προσέρχονται για λίγο (για πόσο ακόμη;) στην εκκλησία του χωριού ή του εξοχικού τους, και εγκαταλείποντας την αναστάσιμη λειτουργία κομίζουν στο σπίτι τους ένα φώς που δεν γνωρίζουν από πού πηγάζει και πώς φωτίζει τις ζωές τους, για να καταλήξουν γρήγορα στο τραπέζι, γύρω από το οποίο συνωστίζεται η ευρύτερη βιολογική οικογένεια. Το γεγονός πως αυτή η κατάσταση εξαίρεται ακόμη και στις ημέρες μας ως Πάσχα Ρωμαίικο, ακόμη και από εκκλησιαστικούς κύκλους, δείχνει πόσο έχει λησμονηθεί η αίσθηση ότι οι χριστιανοί συγκροτούν μία άλλη οικογένεια, που ξεπερνά με τη Χάρη του Πνεύματος αυτήν του αίματος.
Προσπαθώντας να βάλει σε τάξη το χαοτικό πλήθος των νέων δεδομένων ο σύγχρονος άνθρωπος καταφεύγει στις θετικές και ανθρωπιστικές επιστήμες. Ο θεολογικός και εκκλησιαστικός από την άλλη χώρος, αγνοώντας εν πολλοίς τις σχετικές συζητήσεις στο χώρο της επιστημολογίας, υποκύπτει συχνά πυκνά στις γνωστικές αξιώσεις των εκκοσμικευμένων επιστημών που προέρχονται από το σύγχρονο εκκοσμικευμένο πανεπιστήμιο.
Ο βασικός κίνδυνος για την Εκκλησία είναι να ασπαστεί και αυτή με τη σειρά της την άποψη της εκκοσμικευμένης επιστήμης, πως ο τρόπος που εξελίσσονται σήμερα οι ανθρώπινες κοινωνίες και εν γένει ο τρόπος που η επιστήμη περιγράφει τα ανθρώπινα πράγματα, είναι αναπότρεπτος, δεσμευτικός και αναγκαστικός και όλοι, ως εκ τούτου, θα πρέπει να κλίνουν γόνυ σ’ αυτόν. Κάθε άλλη προοπτική μοιάζει καταδικασμένη σε αποτυχία και θα πρέπει να νοείται ως αναχρονιστική εμμονή.
Η ορατή κατάληξη αυτής της πορείας είναι να γίνει η ατζέντα του κόσμου, ατζέντα της Εκκλησίας. Αντί δηλαδή, η Εκκλησία να υπηρετεί την μεταμόρφωση του κόσμου μέσα από το περιεχόμενο της βιβλικής ιστορίας, καταλήγει να κάνει την ιστορία του κόσμου δική της ιστορία. Ασυναίσθητα διολισθαίνει έτσι στη θλιβερή κατάσταση να υπηρετεί όχι το σχέδιο της Σωτηρίας του κόσμου, αλλά υποθέσεις του κόσμου τούτου. Και είτε υπηρετεί έθνη σε αναζήτηση ταυτότητας είτε κοινωνικές ελίτ που επιδιώκουν εξουσία και αυτοδικαίωση είτε τη φιλελεύθερη οικονομία της αγοράς με την αγριότητα που την χαρακτηρίζει, είτε την φυγή σε ιδιωτικούς παραδείσους αυτοεκπλήρωσης και “καταναλωτικής” πνευματικότητας, είτε λαμβάνει συντηρητικά είτε προοδευτικά προσωπεία, έχει προδώσει την αποστολή της στον κόσμο.
Με ανάλογο τρόπο αλλοιώνεται και ο ρόλος του ποιμένα. Αντλώντας πρότυπα όχι από τη βιβλική και πατερική παράδοση, αλλά από την περιβάλλουσα πολιτισμική κατάσταση, ο ιερέας από διάκονος των Μυστηρίων και ποιμένας ψυχών, αρχίζει και θυμίζει όλο και πιο έντονα διευθύνοντα σύμβουλο, ψυχοθεραπευτή, ή διδάσκαλο γκουρού.
Υιοθετώντας την ατζέντα του κόσμου η θεολογία μπαίνει σε απολογητική τροχιά, υποκύπτει στον πειρασμό να προσπαθήσει να κάνει το ευαγγέλιο πιστευτό στον κόσμο. Προσπαθώντας να συσχετίσει την αρχαία παράδοση της πίστης με το νεωτερικό κόσμο της δυσπιστίας, προστρέχει στους εκάστοτε φιλοσοφικούς συρμούς, υπαρξιστικούς, ψυχαναλυτικούς, μαρξιστικούς, νεοφιλελεύθερους.
Όμως στο πρόσωπο του Χριστού δε συναντάμε την παρουσίαση βασικών ιδεών περί Θεού, κόσμου και ανθρωπότητας, αλλά την κλήση να γίνουμε μαθητές Του, μέλη ενός νέου λαού βασιλέων και ιερέων (βασίλειον ιεράτευμα). Έργο της Εκκλησίας δεν είναι έτσι να περιγράψει την πραγματικότητα με όρους αποδεκτούς από τον κόσμο, αλλά να αλλάξει τις ζωές των μελών της, να τις μεταμορφώσει υπό το φώς των εκπληκτικών διαβεβαιώσεων του Ευαγγελίου, όχι να εξηγήσει το ευαγγέλιο στον κόσμο με όρους αποδεκτούς από αυτόν, αλλά να δείξει πως ο κόσμος μπορεί να γνωσθεί ορθά μόνο αν ο Χριστός αναστήθηκε εκ νεκρών.
Η Εκκλησία οφείλει να διαλαλεί διηνεκώς και στον σύγχρονο κόσμο την ιστορία του σταυρωθέντος και αναστηθέντος Χριστού, να βοηθήσει τους ανθρώπους να αντιμετωπίσουν πρόσωπο με πρόσωπο την αμαρτωλότητά τους, την τάση τους να αποφεύγουν συστηματικά να πουν την αλήθεια σχετικά με τον εαυτό τους και τον κόσμο. Για να μπορέσει όμως η Εκκλησία να είναι η κοινότητα που ερμηνεύει στους ανθρώπους την ιστορία του Χριστού, θα πρέπει να είναι μία κοινότητα που θα έχει η ίδια μεταμορφωθεί από αυτήν την ιστορία. Ένας ισορροπημένος συνδυασμός της εποπτείας του παρελθόντος, της αποτύπωσης των προβλημάτων του παρόντος και της χάραξης μίας στρατηγικής για το μέλλον μπορεί και πρέπει να οδηγήσει τη σύγχρονη Εκκλησία να ανοιχτεί στην προοπτική του μέλλοντος με την ελπίδα ότι δεν κινείται με βάση ανθρώπινα κριτήρια και επινοήσεις, αλλά σε συμφωνία και αρμονία με τον έργο της Θείας Χάριτος που ενεργεί μεταμορφωτικά εντός του κόσμου στην πορεία προς τη φανέρωση της νέας δημιουργίας, της Βασιλείας του Θεού.
Το έργο του Θεού συνεχίζεται μέσα στον κόσμο. Συνεχίζεται και μέσα από την ταπεινή μαρτυρία του γενικού και πολύπλευρου έργου του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ. Παντελεήμονος στην τοπική μας Εκκλησία, του Ιερού Κλήρου και του πιστού μας λαού, αλλά και μέσα από την μεταμόρφωση ανθρώπων κάποτε αλαζονικών, αλλά μετέπειτα ταπεινωμένων από τη ζωή και γι’ αυτό πια ταπεινών. Συνεχίζεται από όλους εκείνους που με την ίδια τη ζωή τους λένε: Ελθέτω η Βασιλεία Σου επί της γης. !
Από το περιοδικό της Ι.Μητροπόλεως Βέροιας «Παύλειος Λόγος»
ΤΕΥΧΟΣ 90 ΜΑΡΤΙΟΣ - ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2011
Ο λόγιος αρχιμανδρίτης Θεόφιλος Λεμοντζής, Δρ. Θ. είναι Αρχιερατικός Επίτροπος Καμπανίας, και μέλος της Συνοδικής επιτροπής επί των Αιρέσεων, με πλούσιο ποιμαντικό, πνευματικό, φιλανθρωπικό και επιστημονικό έργο.
Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον www.egolpion.com
4 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2011
Share on Facebook